Αυτή η εικόνα μου γυρίζει μέσα μου 20 χρόνια πίσω: Ήταν το Πάσχα του 2004 κι εμείς…
αχτά μου γυρνάει κάθε φορά εκείνο το βράδυ στο στάδιο σαν ταινία που παίζεται μπρος στα μάτια... θυμάμαι ακόμη πως κρύωνα σαν το τζιτζίκι εκεί στις αρχές του april, όμως όταν άρχισαν να σβήνουν τα φώτα και να δυναμώνει η φωνή όλου αυτού του όχλου τόσο σιγά σιγά όσο ανέβαινε ο λόγος ο Ανδρέας, σου λέω αλήθεια πως δάκρυα έκαναν ακόμα και τους σκληρούς εκεί γύρω μου... κάτι δικό μας είχε αρχίσει τότε, κάτι που δε φεύγει έτσι εύκολα.
και ξαφνικά εκείνος ο θόρυβος έγινε κρότος όταν βγήκε πρώτος ο Καλαφάτης, ντυμένος σχεδόν σαν βασιλιάς εκείνος ο άνθρωπος μού αποδείχτηκε εκείνη τη στιγμή, κρατώντας εκείνο το κύπελλο ψηλά σαν στέμμα αβρόχοις χερσί, ενώ γύρω του όλα τα πρόσωπα φωτισμένα από τις φωτογραφικές μηχανές γέμιζαν χαρά παράλυτη... μετά ήρθε το στέμμα πάνω στο γήπεδο, εκείνες οι φωνές "Ελλάδα, Ελλάδα" σπαρταρούσαν σαν να ζούσαμε ξανά εκείνες τις ιστορίες των προγόνων μας, ρε παιδιά.
όμως αυτό που με σημάδεψε για πάντα ήταν εκείνη η λεπτομέρεια όπου κανείς δε συζητάει σχεδόν ποτέ: εκεί κάτω, στα σκαλιά που κατέβαινε ο διοικητής εκείνος, είχε ξεχαστεί ένας μεγάλος αριθμός λουλουδιών απ' όσα είχαν πεταχτεί κατά την αϋπνία της νύχτας. Μα τότε κι εμείς ξέραμε πως δε χρειαζόταν τίποτα άλλο εκτός από αυτήν την εικόνα: ένας γενναίος ηγέτης που σήκωσε το βάρος όλων μας πάνω στους ώμους του εκείνες τις στιγμές.
τέλος πάντων, θα δούμε
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Σχεδόν ξεχνάω την ανάσα μου εκεί μέσα... εκείνες τις στιγμές όπου ολόκληρο το γήπεδο ήταν μία γροθιά στον αέρα 💪🔴 ήταν σαν να μην υπήρχε κόσμος έξω από αυτό, σα να ζούσαμε μόνοι μας μια μεγάλη ιστορία για την οποία γράφονται βιβλία. Στις κερκίδες που ο αέρας πήγαινε μπουρδουκλίες και εγώ ψάχνοντας τις ουρές των φίλων μου κάτω, ενώ ακούγονταν σιγανά αυτά τα περίεργα τραγούδια που τόσο συνηθίζαμε εκείνες τις νύχτες ("ΜΕ ΑΓΑΠΟΥΝ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΑΛΗΘΙΝΑ"), ξαφνικά όλα γύρισαν σβιστά στον Καλαφάτη κι εκείνος σηκώθηκε όρθιος πάνω σα βασιλιάς στέλνει βροχή από αστραπές με το κύπελλο 👑🔥
Και τότε εκεί, με την αγωνία στο λαιμό μου ν' απογειώνεται όσο εκείνος σήκωνε το κύπελλο πάνω από το κεφάλι του... άσε που κάποιοι είχαν φορέσει μάσκες αποκριάτικες εκείνες τις στιγμές σα να θέλουμε να κρύψουμε τα δάκρυα έτσι εύκολα! Μετά όταν μπήκε εκείνο το τεράστιο στέμμα στον αγωνιστικό χώρο κι η φωνή του Αλήχανου να δίνει τις οδηγίες σα σούτρα.. φωτιά είπατε; ΟΧΙ! ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΦΩΤΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΟΛΙΣΤΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟΝΤΟΤΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ! 😱
Στην εξέδρα από παιδί.
τι τρέχει εκεί πέρα, αδέρφια μου;
τι λες τώρα ρε γαμώτο, θυμάστε εκείνον τον κεραυνό πάνω από το γήπεδο όταν σήκωσε ο Μπάμπης εκείνο το κύπελλο; εκείνη τη στιγμή νόμισα πως είχαμε αποκτήσει μία επέτειο μέσα στην επέτειο — εκείνο το Πάσχα δεν ήταν Πάσχα, ήταν περισσότερα, ήταν σαν να βγήκαμε πάλι από τον εθνικό μας ξεσηκωμό όχι σαν συμμορία φίλων με κίτρινες σημαίες, αλλά σαν στρατιά ενός μεγάλου βασιλιά.
κι όμως εκεί κάτω στις ρίζες του γηπέδου είχε καταλήξει ένα δάσος από τριαντάφυλλα αυτά που πετάγαμε εκείνες τις νύχτες, άλλα σπασμένα και άλλα μισοπέταχτα σα χνούδια στα σκαλιά — κάποιος εκεί κάτω, στο σκότος μιας σκάλας, είχε αφήσει την ψυχή του μαζί τους σα να 'ταν η τελευταία ελπίδα μιας αγνής νύχτας. οι θρύλοι λένε πως από κείνα τα πέταξαν όλοι όσοι είχαν παρακολουθήσει εκείνο τον αγώνα σαν ευλογία, κι έτσι αυτά μόνιασαν εκεί κάτω σα μνημείο κάτι ξεχασμένο.
μετά βρέθηκα στη σειρά δίπλα στον παλιό μου γείτονα εκείνον τον Πλούσιο, τον πήρα από τον ώμο και του λέω: «Ρε Σταύρο, βλέπεις εκείνα; αυτά είναι οι σπόροι της επόμενης εποχής» κι εκείνος κοίταξε μέσα στα σκοτεινά σκαλιά, έκανε το σταυρό του σα να ζητάει συγχώρεση για όλα αυτά τα χρόνια που είχε κουραστεί να ζητάει το ίδιο πράγμα — νίκη! — κι ύστερα γέλασε σα παιδί σα του ξαναέγινε δεκαεπτά.
τι αλήθεια λοιπόν έγινε εκείνο το βράδυ; έγινε αυτό: ένα κύπελλο πάνω από έναν ωκεανό ανθρώπων, γκρίζα τριαντάφυλλα σ’ ένα μαρμάρινο σκαλί κι ένας αρχηγός που έγεινε βασιλιάς μόνο και μόνο επειδή σήκωσε στα χέρια του όλο αυτό το βάρος σα να ήταν ένα στέμμα φτιαγμένο όχι από χρυσό αλλά από δάκρυα.
τίποτε άλλο δεν χρειαζόταν εκείνη τη νύχτα — ουτε φωτιά, ούτε κρότος, ούτε τραγούδι ακόμη. αρκούσε μία εικόνα: ο Μπάμπης εκείνος σα να ερχότανε σαν ένας αβρόχοις στέφανος στους ώμους μας, κι εμείς εκεί κάτω σαν πιστοί μιας εθνικής νίκης που ποτέ δε γράφτηκε στους κανόνες.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Γέμισες τη γειτονιά μου χρόνια τώρα μ’ εκείνο το Πάσχα του 2004, ρε παλικάρια μου.
Εκείνες τις στιγμές δεν είχε σημασία πως κάποιοι θύμιζαν μπουρνέζικοι ορτύκι πάνω στις κερκίδες, ενώ σήμερα η ομάδα είναι τόσο γαλήνια όσο ένα ζευγάρι σαγιονάρες μέσα στο σπίτι μετά από δουλειά — όλα έξω τρέχουν γρήγορα κι εσύ βολτάρεις σιγά σιγά μ’ έναν πάγκο ψυγείου στο χέρι σου γιατί κανείς δε σ’ βιάζει πια.
Ο Μπάμπης τότε ήταν ένας βασιλιάς γιατί σήκωσε το βάρος μιας νύχτας πάνω στους ώμους του σα γνήσιος αργοναύτης που πήγε κόκκινο γάντι μαζί με δάκρυα στέφανο. Σήμερα οι ηγέτες μας στέκονται πάνω σ’ έναν πάγκο και δείχνουν σημεία στο χάρτη σα στρατιωτικοί που βλέπουν την επόμενη κίνηση στο Risk, όχι σα άνθρωποι που ζούνε την ιστορία μαζί σου στο γήπεδο.
Εκείνο το τριαντάφυλλο πάνω στο σκαλί ήταν σπόρος εθνικής μνήμης· σήμερα σπέρνουμε λουλούδια στα social media για να ξεχαστεί από τον επόμενο headline. Το Πάσχα εκείνο έγινε επεισόδιο μέσα στην ίδια την εθνική μας αφήγηση· τώρα η ομάδα είναι σα μια σειρά συνεχόμενων επεισοδίων Netflix — όλα τελειώνουν την ίδια μέρα, όλα ξεκινούν και τελειώνουν μαζί σου κρατώντας ένα popcorn στο χέρι σου.
Μένει όμως κάτι ατόφιο: εκείνος ο κρότος από χίλια λαρυγγιάρια όταν σήκωσε το κύπελλο σα ν’ άνοιξε ο ουρανός πάνω από το γήπεδο. Εκείνο το τίποτα άλλο δε χρειαζόταν εκείνη τη νύχτα — σήμερα όμως φτάνει κι ένα κλικ στο "like" για να νιώσεις πως συμμετέχεις.
Με άλλα λόγια: εκείνοι ήταν οι Ναύτες του Θησέα στον ωκεανό των συναισθημάτων· εμείς σήμερα φτιάχνουμε μια βάρκα από σύννεφα στα stories και περιμένουμε τον επόμενο ήλιο που δε βγαίνει ποτέ πάνω από την ίδια θάλασσα.
Ωχ βρε τί ζόρικο αυτό το Πάσχα ρε παιδιά, θυμάμαι εγώ εκείνον τον Απρίλη που ξεχάσαμε να αγοράσουμε ψωμί γιατί είχε μείνει όλος ο κόσμος σπίτι του να πλένει τη σημαία 🥖🔴... μου πέρασε σα σύννεφο η ιδιότητα σπίτι μου εκείνο το βράδυ, ευτυχώς είχε μείνει η γειτόνισσά μου η Κατερίνα με ένα κατσαρόλα ψαράκι στο ψυγείο αλλιώς παράδινες τώρα τον ιστότοπο!
Κι εκείνος ο Αλήχανος όμως πώς τις έκανε αυτές; Μόλις σήκωσε εκείνο το κύπελλο σα βασιλιάς της αποκριάς, ενώ εγώ κατέβαινα τις σκάλες του γηπέδου χάνων' τους τους κλόουνς κάτω — ευτυχώς είχε πέσει και η μάσκα εκείνου του τύπου πάνω στο γήπεδο κι έκανα πως δε βγήκε δικό μου 🎭😂
Και τώρα αυτά τα γκρίζα τριαντάφυλλα εκεί κάτω σα ν' ήρθανε από κάποιο γάμο στο ξενοδοχείο! Κάποιος εκεί τις νύχτες έριχνε λουλούδια σα να χάριζε καραμέλες στους κουστουμάδες ενώ εμείς ψάχναμε μια βόλτα για την παρέα... τουλάχιστον εκείνοι οι σπόροι έγιναν γλάστρες αργότερα στα χέρια των παιδιών που δε είχαν φάει ακόμα ψωμί εκείνο το βράδυ 🌹😭
Ρε Στάθη πού είσαι; Θυμάσαι εκείνον τον τύπο που είχε φορέσει την περικεφαλαία του πεθερού του γιατί του 'πε πως ήταν "στρατηγική κάλυψης"; Την έκανα φωτογραφία κι αυτή τη βάζω σήμερα στη θέση της φωτογραφίας του διαβατηρίου 🏺🤣
Τελευταίο λεγόμενο όμως... εκείνος ο κεραυνός πάνω από το γήπεδο όταν σήκωσε ο Μπάμπης εκείνο το κύπελλο; Αυτό ήταν το σήμα πως έπρεπε επιτέλους να πάω να αγοράσω εκείνες τις μπίρες πριν κλείσουν όλα τα περίπτερα — γιατί μετά δεν υπήρχε πια χώρα εκεί γύρω! 🍻😱
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿