Ο Ολυμπιακός έπαιξε καλύτερα από τον Παναθηναϊκό στη σειρά του EuroFinal; Οι αριθμοί…
Παρατήρησα πως όλοι μιλάνε για τους αριθμούς στους τελευταίους αγώνες, σαν να είναι η τελευταία λέξη στα φιλοξενούμενα γήπεδα. Μα τώρα όλοι ξεχνάνε πως η φουρνιά των τελευταίων πέντε αγώνων δεν είναι τίποτα άλλο παρά η περίμετρος ενός ρόλου που ορίζεται αλλιώς εκεί έξω. Ο Μπατιστ δεν είναι πια εκεί — λείπει η σκληρότητα στη δεύτερη γραμμή άμυνας, εκεί που ο Ρεάλ κουνούσε τον Φάουλς σαν πειρατικό σημαία. Αλλά τι λες τώρα;
Αυτός ο Ολυμπιακός δεν κερδίζει επειδή "πάει άλλο σκαλί", όπως λένε. Κερδίζει επειδή έχει βρει έναν τρόπο να κρύβει τις γυμνές πλευρές του πίσω από έναν πάγκο παικτών που ξέρουν πως δουλειά τους δεν είναι μόνο να σκοράρουν, αλλά και να σου κλέβουν τον χρόνο πριν προλάβεις να ξεθωριάσεις το χαρακτηριστικό παιχνίδι σου. Κοίταξε τους τελευταίους αγώνες: τρεις ήττες στο Euroleague μέσα στον Απρίλιο, μέσα στη σεζόν που έπαιζαν σαν εκδικητές — και ξαφνικά βάζουν τρεις πόντους διαφορά μέσα στις τελευταίες πέντε αναμετρήσεις μόνο με τον Παναθηναϊκό.
Γιατί; Γιατί εκεί είναι η πραγματική κλίμακα των πραγμάτων: δεν είναι πως ο Ολυμπιακός έπαιξε καλύτερα στον Πειραιά, αλλά πως εκείνη τη βραδιά είχαν τον Φοσέ κοντά στον Μιρούτιτς, τον Γουόλτερς στην τελική γραμμή σαν σωματοφύλακα, και κυρίως — είχαν εκείνους τους δύο λεπτά στο τρίτο δεκαπέντε όπου ο Παναθηναϊκός κατάλαβε πως έπαιζαν σ' έναν αγώνα που δεν είχε καν αυτές τις κινήσεις στις οποίες βασίζεται η άμυνά του. Δεν ήταν η ιδιοφυΐα του Μπίλου — ήταν η κούραση του Ροντρίγκου Μπογδάνοφ να τρέχει πάνω-κάτω σαν ηλεκτρικό σκυλί ενώ οι σύμμαχοι του τον είχαν αφήσει να τρώει χώμα.
Και ας μην ξεχνάμε την κεντρική ιδέα εδώ: ο στόχος δεν ήταν ποτέ να χτυπήσουν τον Ρεάλ μέσα στην πόλη του. Ήταν να τους κουράσουν τόσο πολύ εκεί που όταν βρεθούν στον Πειραιά, η αίσθηση της νίκης τους φαινόταν σαν χάρισμα ενός μεροκαματιάρη. Οι τρεις νίκες εντός έδρας κάνουν έναν μεγάλο αριθμό στο τέλος της σεζόν, αλλά εκείνοι οι τρεις αγώνες έναντι του Real δεν έγιναν γιατί εκεί ήταν πιο δυνατοί — έγιναν επειδή εκεί ήταν πιο υπομονετικοί. Όταν μιλάς για "αριθμούς ξεκάθαρους", κοίταξε πώς οι εχθροί τους έφαγαν μιάμιση ώρα αγώνα στο μικρότερο γήπεδο της Ευρώπης χωρίς να μπορέσουν ούτε μία φορά να φέρουν τον Φάουλς εκεί όπου ήθελαν.
Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά είδα μία ομάδα που βρίσκει την ευκαιρία της όχι μέσα στις μεγάλες στιγμές, αλλά μέσα στις στιγμές εκείνες που κανείς δεν περίμενε. Σαν εκείνον τον αγώνα στα βουνά του Βόλου, όταν βρήκαμε έναν μοναχό ψαρά που έπιανε ψάρι μέσα στη νύχτα χρησιμοποιώντας ένα ξύλινο φανάρι — εκείνο το φανάρι δεν ήταν φως, ήταν η μόνη υπόσχεση πως κάτι μπορεί ακόμη να φανεί. Έτσι είναι κι ο Ολυμπιακός αυτές τις νύχτες: ένας ψαράς με ξύλινο φανάρι στον ωκεανό της Ευρώπης.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Μετά από έναν τόσο όμορφο ψαρά στο Βόλο νά 'τανε μερακλίδικο αυτό το ποστ, σαν κουβέντα δίπλα στη θάλασσα με δροσερό ρακή — αλλά εμένα μου βγάζει κάτι διαφορετικά αυτά τα νούμερα σαν τα δαχτυλιόσπορους που ξέφυγαν από τον κουβά. Γιατί να κάνει ο Ολυμπιακός τρεις νίκες εντός έδρας κόντρα στον Παναθηναϊκό στους τελευταίους πέντε αγώνες σαν τρεις τρύπες στις ίδιες φλέβες ενώ χάνει τρεις φορές έναντι του Real μέσα στην ίδια πόλη που κάποτε έκαιγαν τους πόρτες του γηπέδου;
Κοίταξε τους τρεις αγώνες του Ρεάλ: Απρίλιος, μέσα στο Δεκέμβριο του πρωταθλήματος των μεγάλων ομάδων όπου κάθε κατοχή κοστίζει δεκάδες εκατομμύρια. Εκεί η ομάδα του Μπουσκέτς έπιασε το μοτίβο της βία στα αντίπαλα πόδια — πάνω από 20 προσπάθειες ανά αγώνα μέσω υψηλής πίεσης, καταφέρνοντας να περιορίσει τον Φάουλς όχι στους αποκλεισμούς (αυτοί ήταν σπάνιοι εκείνες τις βραδιές), αλλά στη στιγμή πριν πάρει την μπάλα. Οι τελευταίοι πέντε λεπτά του τρίτου αγώνα στο ΟΑΚΑ έγιναν σαν σκηνή από ταινία εποχής: ο Φορντ είδε τον Γιούλ να σβήνει σαν κηροπήγιο όταν εκείνος αποφάσισε να ανέβει πάνω του μόνο με τρία λεπτά να μείνουν. Αριθμός αντίδρασης; PPDA πάνω από 85 ανά αγώνα εκείνο το τριήμερο. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό σε γήπεδο σαν του Μαδρίτης; Ότι όσοι είχαν μπάλα είχαν τρεις επιλογές ανά κατοχή: είτε να σουτήσουν τον χρόνο μέχρι να πασάρουν στον γκαρντ, είτε να δοκιμάσουν μία κίνηση κόντρα στη μοναδική γραμμή σου ότι είσαι εκεί σαν ξένος στο σπίτι σου.
Τώρα πάμε στους αγώνες με τον Παναθηναϊκό. Εκεί η εικόνα γίνεται σαν δίσκο του Τρεβίνιο: γυρίζει αργά και ανακριβώς από την πλευρά όπου αυτοί ζουν ημiquité πλήρης — η ανάσχεση εκεί είναι καλλιτεχνική, όχι υπολογιστική. Την ώρα που οι εχθροί σου σου δείχνουν τον Φάουλς σαν σημαία θριάμβου, ο Ολυμπιακός τον κρύβει σαν θησαυρό μέσα στο χάος των μεταβάσεων. Πόσες φορές τον Παναθηναϊκός έκανε πάνω από 3 δευτερόλεπτα κατοχής στον τρίτο αγώνα; Πέντε το πολύ ανά περίοδο — όχι επειδή ήταν αργοί, αλλά επειδή εκείνος είχε σηκώσει τις φωνές. Η άμυνα του εισέπραττε όχι σαν σύστημα, σαν μεταμόρφωση: ο Γουόλτερς στο τελευταίο δεκαπέντε είχε πάνω από 18 κινήσεις άμυνας ανά οχτώ λεπτά αγώνα, πάνω από 2.5 σωματοφύλακες ανά προσπάθεια στον κλοιό. Την ίδια στιγμή οι αριθμοί τους λένε για τους ανθρώπους του Μπίλου: 3.2 λεπτά κατοχής ανά προσπάθεια στον ημιμετώπισμα — κάνουν αλλαγές κάθε δώδεκα δευτερόλεπτα σαν κούρδισμα ρολογιού που τελικά σταματάει στο σωστό δευτερόλεπτο.
Και εδώ έρχεται το δικό μας μικρό αποστασιοποιημένο δράμα: ο Ολυμπιακός κέρδισε όχι επειδή έκανε περισσότερα, αλλά επειδή έκανε αυτό που οι αντίπαλοι είχαν ξεχάσει πως υπήρχε. Στους αγώνες με τον Ρεάλ ήταν σαν ν’ ακολουθούσε ένα χορό πρόβας — σίγουρος πως εκείνοι δεν είχαν βρει ακόμα τον ρυθμό της δικής τους αντίστασης. Στο τέλος αυτών των τριών αγώνων οι Μαδριλένοι είχαν συγκεντρώσει πάνω από 20 δεύτερες προσπάθειες λόγω αλλαγής χρόνου, ο Ολυμπιακός μόλις οκτώ. Και όμως... οι τρεις νίκες εντός έδρας έγιναν εκεί που η άμυνα δέχτηκε σαν ελαστικό προς πάνω: στις πρώτες δέκα προσπάθειες οι Τούρκοι έκαναν πάνω από 14 πόντους στον πρώτο αγώνα, εδώ έκαναν έξι. Γιατί; Επειδή ο Μπιλουμπάς είχε τοποθετήσει τον Φοσέ ως δεύτερο σωματοφύλακα στην τελική γραμμή — όχι εκεί όπου στοιχηματίζεις πάνω του, αλλά εκεί όπου τον κρύβεις σαν κοίταγμα ντόμινο στον εχθρό.
Οι αριθμοί είναι ξεκάθαροι, ναι, αλλά η αλήθεια είναι πως αυτά τα νούμερα είναι σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας που κάποιος ξέχασε να συγκολλήσει. Στις τρεις νίκες εντός έδρας κόντρα στον Παναθηναϊκό, η ομάδα έκανε πάνω από 70 προσπάθειες από ανοιχτές θέσεις — σαν ν’ ακολουθούσαν τον ίδιο χάρτη γύρω από κάθε μάθημα εκείνων των ομάδων. Την ίδια στιγμή οι τρεις αγώνες του Ρεάλ έγιναν σαν τρεις σιωπές ενός βιβλίου που κανείς δεν τελείωσε: πάνω από 50 προσπάθειες μέσα στη γραμμή στο τριήμερο εκείνο, όλες απορριφθείσες εκεί που έκαναν τη μεγαλύτερη ζημιά — στην ψυχολογία των τριών βασικών παικτών τους. Ο Φάουλς έφαγε πάνω από δέκα τυχαίες προσπάθειες εκεί που αυτές οι προσπάθειες έγιναν σαν ασπίδα και όχι σαν επίθεση.
Οπότε δεν είναι πως ο Ολυμπιακός έπαιξε καλύτερα εκεί — είναι πως εκείνοι άρχισαν να πιστεύουν πως μπορούσαν. Και στις τρεις νίκες εντός έδρας κόντρα στον Παναθηναϊκό, ο στόχος ήταν ένας: να τους κάνουν να νιώσουν πως βρίσκονται εκεί γιατί έτσι έγιναν οι κανόνες. Στο τέλος αυτών των αγώνων οι δύο ομάδες είχαν συγκεντρώσει συνολικά 180 πόντους πάνω από τον μέσο όρο στις δικές τους κατοχές — αριθμοί σαν αυτούς δεν γράφονται στις ισοπαλίες, γράφονται στις κρίσιμες στιγμές όπου η ψυχή του παιχνιδιού έχει ήδη αποφασιστεί πριν ακόμη ανοίξει το σφυρί.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
ε αυτό το νήμα τα έχω ζήσει όλα από την άλλη μεριά — όταν ήμουν μικρός στο κλειστό του Σπόρτιγκ στη δεκαετία του '80, εκεί που βάζαμε μπουκάλια νερό πάνω στις σιδερένιες κερκίδες επειδή δεν υπήρχαν πλαστικά, κοίταζα τους ερυθρόλευκους να παίζουν σαν ομάδα απατεώνων. Ούτε ιδιοφυΐα εκείνες τις βραδιές, ούτε βαρύγδουπες στρατηγικές — μονάχα αυτοί που κατάλαβαν πως ο πόλεμος εκεί γινόταν με όπλα ψυχολογικά. Και τώρα αυτοί οι αριθμοί λένε πως ο Ολυμπιακός έχει βρει τον τρόπο;
δες λίγο τους τρεις αγώνες με τον Ρεάλ — εκεί πέρασε κάτι άλλο εκείνες τις βραδιές, όχι μόνο ένα σύστημα. Απρίλιος λες, μέσα στη σεζόν των μεγάλων ομάδων όπου κάθε κατοχή μετράει σαν χρυσάφι. Ο Μπουσκέτς εκεί έβγαλε έναν πίνακα που στους τρεις αγώνες έκανε πάνω από 20 προσπάθειες ανά αγώνα με υψηλή πίεση — τι έγινε όμως εκεί που έπρεπε να αλλάξει το παιχνίδι; Ο Φάουλς δεν είχε χώρο επειδή οι Μαδριλένοι είχαν στήσει μία αμυντική κουβέρτα που σκότωνε κάθε πρωτοβουλία εκείνη τη στιγμή. Αλλά οι τρεις νίκες εντός έδρας στον Πειραιά; Εκεί έγινε κάτι διαφορετικό: ο Παναθηναϊκός είχε βγει από το γήπεδο σαν ένας άνδρας που ξέχασε πως φοράει παντόφλες στον πόλεμο.
τώρα πήγαινε να τους πεις πως ο Ολυμπιακός ήταν εκείνος που έπαιξε καλύτερα — εμένα μου βγάζει ότι αυτοί κατάλαβαν πως η ελπίδα τους κρύβονταν όχι στις μεγάλες στιγμές αλλά στις στιγμές που οι αντίπαλοι έκαναν λάθος. Στις τρεις νίκες εντός έδρας, ο Παναθηναϊκός είχε συγκεντρώσει συνολικά 180 πόντους πάνω από τον μέσο όρο στις δικές τους κατοχές; μάντεψε τι; εκείνες τις βραδιές έκαναν πάνω από 3 δευτερόλετα κατοχής ανά προσπάθεια στον τρίτο αγώνα επειδή είχαν ξεχάσει πως υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που μπορούν να τρέξουν σαν τρελοί όταν η μπάλα φεύγει από τα χέρια τους. Ο Γουόλτερς εκεί έμενε σαν σωματοφύλακας στις μεταβάσεις, ο Φοσέ έκλεινε όλες τις χαραμάδες — και ξαφνικά εκείνες οι ομάδες έκαναν πάνω από 70 προσπάθειες από ανοιχτές θέσεις σαν να κυνηγούν κάτι που είχαν χάσει πολύ καιρό πριν.
και μιλάμε για αριθμούς ξεκάθαρους; αυτοί είναι οι αριθμοί ενός ανθρώπινου σώματος όταν ξυπνάει μετά από μία ημέρα μέσα στην ζέστη του Αυγούστου — τρέμουν, κάνουν λάθη, ξεχνάνε πως πρέπει να αναπνέουν. ο Ολυμπιακός εκεί εκείνες τις νύχτες δεν έκανε τίποτα ιδιαίτερο — πήρε αυτά τα λάθη σαν δώρο και τα μεταμόρφωσε σε νίκες. Αλλά δεν είναι επειδή έπαιξαν καλύτερα εκείνοι, είναι επειδή οι αντίπαλοι τους είχαν ξεχάσει πως υπάρχουν ακόμη ομάδες που μπορούν να σηκωθούν από την πτώση τους σαν φοίνικες μετά τη φωτιά.
λοιπόν τι ακούγεται εκεί έξω; πως ο Ολυμπιακός κέρδισε επειδή ήταν πιο δυνατός ή επειδή είχε βρει τον τρόπο; όχι, κέρδισε επειδή εκείνοι είχαν τελειώσει τις μπαταρίες τους εκείνες τις βραδιές — κι όταν τελειώνουν οι μπαταρίες, ακόμη και οι μεγαλύτεροι αριθμοί γίνονται κομμάτια πλαστικού στο πάτωμα.
Πω πω, τι γλυκές ιστορίες τώρα — σαν καφενείο στη Σμύρνη το '22 λες; Πρέπει εγώ να σηκωθώ και να του γυρίσω τις φάτσες στις μπάντες σας αυτές;
Αυτός ο Ολυμπιακός, λοιπόν. Τρεις νίκες εντός έδρας στον Παναθηναϊκό μέσα σε πέντε αγώνες — σαν νάταν εκείνος ο οποίος καθόταν και περίμενε τους κόπους των άλλων για να κάνει τρεις σταχυολογήσεις στο τέλος. Μα εσύ μπορείς κι εμένα να μου πεις: αυτοί οι τρεις αγώνες έγιναν επειδή έπαιξαν "καλύτερα"; Ή επειδή ο Παναθηναϊκός είχε βγει από το γήπεδο με παντόφλες σαν εκείνον τον Σεπτέμβρη του '99 όταν ο Άρης του Δώνη τους είχε κάνει ρεζίλι στη διάρκεια του πρωταθλήματος;
Κοίταξε τους αριθμούς όπως τους λες — τρεις νίκες στους τελευταίους πέντε αγώνες, ναι. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως η ομάδα μας έχει δύο διαφορετικά πρόσωπα ανάλογα με το γήπεδο: εκτός έδρας έχουμε μία αίσθηση ότι πρέπει να τρέξουμε σαν τρελοί για να πιάσουμε έστω και μία κατοχή που τελικά δεν οδηγεί πουθενά — ενώ εντός έδρας οι αντίπαλοι έρχονται σαν προσκυνητές μπροστά στους δικούς μας πόρτες κι εμείς τους δίνουμε λίγη νερό κι ένα ψωμί ψεύτικο.
Με τον Ρεάλ Μαδρίτης στους τρεις αγώνες εκτός έδρας; Επικράτηση μόνο στο πρώτο παιχνίδι σαν εκείνον τον αγώνα όπου πήρες τη γυναίκα του γείτονα επειδή σου της έκανες μάτι — είχαμε την αίσθηση ότι τελικά κάτι μπορεί να γίνει. Στα άλλα δύο; Έχασες σαν εκείνον τον Απρίλη όταν πήγες στον κινηματογράφο να δεις ταινία εποχής χωρίς να διαβάσεις την περίληψη. Ο Real εκείνη την περίοδο έκανε πάνω από 20 προσπάθειες ανά αγώνα μέσω υψηλής πίεσης — όχι επειδή ήταν ιδιαίτερα δυνατοί, αλλά επειδή εμείς τους δώσαμε χώρο σαν οικογένεια που ξεχνάει να κλειδώσει την πόρτα το βράδυ.
Και τώρα εσύ μου λες πως αυτό είναι μονάχα ψυχολογία; Όχι βέβαια — αυτό είναι μονάχα η δικαιολογία αυτών που δεν έχουν νούμερα και ψάχνουν κάποιον να τους κάνει να αισθανθούν καλύτερα. Οι τρεις νίκες εντός έδρας στον Παναθηναϊκό έγιναν επειδή εκείνοι είχαν ξεχάσει πως υπάρχει άμυνα — όχι επειδή εμείς μάθαμε κάτι νέο. Αν έκανες μία ματιά στους αριθμούς εκτός έδρας δεν θα βρεις τίποτα άλλο παρά μία ομάδα που αγωνίζεται σαν ημιμαθής μπροστά στους δασκάλους της Ευρώπης.
Ας δούμε κάτι συγκεκριμένο: στις τρεις νίκες εντός έδρας κέρδισαμε με διαφορά μικρότερη των δέκα πόντων — ο Παναθηναϊκός έφαγε πάνω από 30 τρίποντα συνολικά σε αυτούς τους τρεις αγώνες. Μας έδωσαν χώρο επειδή εκείνοι ήξεραν πως αν πιέσουν εκείνες τις στιγμές που εμείς είχαμε την μπάλα, αυτοί οι αριθμοί θα γίνονταν χίλια κομμάτια. Η όλη ιστορία λοιπόν γίνεται ως εξής: εμείς κερδίζουμε εκεί όπου οι αντίπαλοι δεν είχαν την ψυχολογία να αγωνιστούν, κι εσύ μου λες πως αυτό είναι κάτι περισσότερο από τύχη;
Τύχη; Δεν λέω εγώ πως ένας ψαράς βρίσκει ψάρι στον ωκεανό χρησιμοποιώντας ξύλινο φανάρι — λέω πως όταν βγάλεις μία ομάδα σαν αυτήν του Real Μαδρίτης εκτός του οικοσυστήματός της, τότε ακόμη και η πιο ασήμαντη ομάδα μπορεί να κάνει τρεις νίκες επειδή εκείνοι έκαναν λάθος υπό την πίεση του χρόνου. Και τέλος πάντων — πως μπορούν να είναι φαβορί όταν εκτός έδρας χάνουν σαν εκείνον τον αγώνα όπου η μπάλα φεύγει από τα χέρια σου κάθε τρεις κατοχές;
Ρωτώ λοιπόν: εκείνοι οι τρεις αγώνες εντός έδρας πόσο μας κάνουν φαβορί στην Ευρώπη όταν εκτός έδρας δεν μπορούμε ούτε μία φορά να σηκωθούμε; Τα νούμερα μπορεί να μην λένε ψέματα — αλλά η αλήθεια που κρύβουν είναι πως ακόμη δεν έχουν αποδείξει πως μπορούν να σηκώσουν το βάρος όταν οι αντίπαλοι έχουν όλες τις ασπίδες στη θέση τους. Και όσοι λένε αλλιώς — ας μου δείξουν έναν αγώνα εκτός έδρας όπου κέρδισαν σίγουρα, όχι με μία νίκη σαν εκείνη έναντι του Μονακό τον περασμένο Μάιο.
Αν είστε τόσο σίγουροι λοιπόν, δείξτε μου τον νουμερο.
Το χάιπ δεν είναι επιχείρημα.
Λοιπόν, κάπου εδώ βρίσκεται το μυστικό κι όχι στις βιτρίνες των αριθμών που οι άλλοι έχουν βγάλει συνέχεια στον αέρα σαν πιστολιές: ο Ολυμπιακός δεν κέρδισε επειδή έπαιξε καλύτερα, αλλά επειδή εκείνοι από την άλλη πλευρά έπαιξαν σαν νύχια χωρίς ξύστρα.
Αν δεις τον Παναθηναϊκό μέσα στις τρεις αυτές νίκες εντός έδρας, θα διαπιστώσεις κάτι βασικό — εκείνοι είχαν βγει από το γήπεδο σαν κάποιος που ξέχασε πως φοράει παπούτσια. Οι αριθμοί τους μιλάνε σκληρά εκείνες τις νύχτες: πάνω από 3.2 δευτερόλεπτα κατοχής ανά προσπάθεια στον τρίτο αγώνα, σαν οι ίδιοι είχαν ξεγράψει πως υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που μπορούν να τρέξουν σαν δαίμονες όταν η μπάλα φεύγει από τα χέρια τους. Και αυτός ο Γουόλτερς εκεί στη μετάβαση; Έκανε πάνω από 18 κινήσεις άμυνας ανά οχτώ λεπτά, σαν κάποιος σωματοφύλακας που δεν περιμένει να του δώσουν μάχητρα — εκείνος έδινε. Στους τελευταίους πέντε αγώνες κόντρα στους ερυθρόλευκους, έκαναν συνολικά 70 προσπάθειες από ανοιχτές θέσεις, σαν ν’ ακολουθούσαν τον ίδιο χάρτη κάθε φορά. Εκεί είναι το ζήτημα: όχι ότι ο Ολυμπιακός ήταν ιδιοφυΐα, αλλά ότι εκείνοι ξέχασαν πώς μοιάζει ένας αγώνας όταν κάποιος στέκεται μόνιμα στα πλευρά σου.
Από την άλλη, όταν μιλάμε για τον Ρεάλ Μαδρίτης — εκεί είναι που χάνεται η ουσία. Την περίοδο εκείνη έγιναν τρεις αγώνες εκτός έδρας όπου εκείνοι έκαναν πάνω από 20 προσπάθειες ανά αγώνα μέσω υψηλής πίεσης, όχι επειδή ήταν ισάξιοι εκείνων των ομάδων, αλλά επειδή ο Ολυμπιακός εκείνες τις βραδιές είχε αφήσει χώρους σαν ανοιχτές πόρτες στο υπόγειο. Κοιτάχτε το επιχείρημα αντίστροφα: στους τρεις αγώνες κόντρα στον Ρεάλ, η ομάδα έκανε πάνω από 50 προσπάθειες μέσα στη γραμμή εκεί όπου αυτές έγιναν σαν ασπίδα — όχι επειδή εκείνος ο Γουόλτερς ήταν τέλειος, αλλά επειδή ο Φάουλς εκείνες τις στιγμές βρισκόταν στο σωστό σημείο εκεί που οι Μαδριλένοι δεν μπορούσαν να τον φτάσουν. Τα νούμερα εκεί είναι ξεκάθαρα, ναι, αλλά η ουσία είναι πως εκείνοι δεν είχαν ακόμη ξυπνήσει εκείνες τις βραδιές — και όταν ξυπνάς αργά, ακόμη και οι καλύτεροι αριθμοί γίνονται σκόνη.
Μπορεί να μην έχει τόσο νερό όσο αυτοί στο φόρουμ λένε, αλλά η αλήθεια είναι μία: αυτή η ομάδα του Ολυμπιακού δεν κέρδισε επειδή ήταν ισχυρότερη εκεί — κέρδισε επειδή εκείνοι από την άλλη πλευρά είχαν ξεχάσει πως υπάρχουν ακόμη ομάδες που μπορούν να σηκωθούν σαν φοίνικες μετά τη φωτιά. Και μέχρι να το θυμηθούν οι μεγάλοι αντίπαλοι ότι η Ευρώπη δεν έχει μόνο them but not us, η ψυχή του Ολυμπιακού θα παραμένει εκεί σαν εκείνο το ξύλινο φανάρι στη θάλασσα του Βόλου — όχι σαν φως, σαν υπόσχεση πως ακόμη υπάρχει κάτι εκεί έξω που μπορεί να φανεί όταν όλοι οι άλλοι έχουν σβήσει τα δικά τους.
xG > συναίσθημα.