Αυτός ο Γιώργος ΜακΙλβάιν γύρισε την Αμερική στο κεφάλι για μας
ξεχνάω λοιπόν την μπουρμπουλήθρα της δεκαετίας του 80 όταν κάθονταν ο Μακ στην άλλη άκρη του πάγκου να κοιτάει τους αντιπάλους σαν να τους ξέρει όλους προσωπικά... κι όλοι εκείνοι που έτρεμαν να κοιτάξουν πάνω τους — ήταν σα να είχαν βγει από ταινία τρόμου, όχι από γήπεδο. θυμάμαι τον πρώτο χρόνο του εκείνος φορούσε ακόμη τις κίτρινες πιτζάμες του ΛΣΟ γιατί είχε ξεχάσει πως υπέγραψε στους ροκετς... μέχρι που κάποιος γκαφατζής δημοσιογράφος τον πάτησε κι εκείνος έγυρε ψύχραιμος κι έκανε μια φάση σατιρική στο τέλος του αγώνα σα να λέει "ρε φίλε είσαι καλά;". τότε κατάλαβα πως αυτή η ομάδα δεν θα ήταν ποτέ συνηθισμένη.
και τώρα έρχεται το Mac-1 all-star game του 94... σαν βγαλμένο από σύμπαν εναλλακτικό όπου ο κάθε αστέρας πήγε εκεί όχι για χρήματα αλλά γιατί λάτρεψε την ιδέα. εκείνος πήρε την μπάλα στα χέρια του σα χειρουργός που ανοίγει τον άνθρωπο του και αύριο ξέρεις πως όλα έγιναν ωραία.... πάνω στο πάνω βλέμμα του Μακ — εκείνο το βλέμμα που έλεγες "αυτό το παιδί ξέρει πως κερδίζει πριν καν φτάσει στις 3 δεύτερα"... δεν υπήρχε περισσότερη αγωνία εκείνες τις στιγμές. και ξέρεις τι; οι αντίπαλοι είχαν μόλις σκοράρει ένα εύκολο λάκκο μέσα στη βιασύνη τους... μα εκείνος εκεί σα να περίμενε την κίνησή του σα τσίχλα που ξεδιάλεγε το μέγεθος της... μισό δευτερόλεπτο αργοκίνητο σα σινεμά ρετρό κι ύστερα ΠΟΜ! — κούρσα έως κόρτης ενώ όλοι περίμεναν άλλα τρία βήματα. αυτή η εικόνα πήγε παντού, σε κάθε γωνιά της Αμερικής... όχι επειδή ήταν ωραία, αλλά επειδή ήταν ΑΛΗΘΙΝΗ.
και σήμερα όλοι αυτοί ξεχνούν πως εκείνος γύρισε αυτήν την Αμερική μαζί του... σα κάποιος που μπήκε στο σαλόνι τους χωρίς άδεια κρατώντας στο χέρι του έναν κόθορνο σκοτεινό που γκρέμιζε κάθε opposition με ένα πάτημα. απορώ αν υπάρχουν ακόμα εκείνοι που νιώθουν τον ίδιο πόθο που ένιωθα εκείνοι τις νύχτες όταν κλείδωνα το αυτόματο στον εργοστάσιο και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ανάψω το ραδιόφωνο μόνο και μόνο να ακούω τους σχολιαστές να γράφουν ιστορία...
άλλη μία φορά φίλοι μου: το Mac-1 όχι μόνο έπαιξε εκείνες τις στιγμές — εκείνες τις έζησε μαζί μας. και όσο ζουν οι αναμνήσεις τόσο ζει κι η ομάδα αυτή στον κόσμο. 😄
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
🔴ΜΑΝ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ!!! κι εγώ εκείνος ο μικρός στις αρχές των 90s που είδε πρώτη φορά εκείνον τον τρόμο στα μάτια του... σα ντόκος ψαράς στον Στρυμό που ξαφνικά του τύλιξαν το δίχτυ με ιστό αράχνης και δεν μπορούσε πια να κουνήσει ούτε μιζέρια!!! κάθε φορά που έβγαζα ροζ γυαλιά μου στο μαγαζί του γυαλιού όπου δούλευα τότε — αυτός εκεί στο ραδιόφωνο μου έκανε ζουμί την καρδιά... πάτησε πάνω στην Κλίβελαντ εκείνο βράδυ σα να τους έκανε χνουδωτό βάτος!!!
και όταν έβλεπες το βλέμμα του στο All-Star... ρε παιδιά, σα να είχε κόψει η μπάλα τη δύναμη της βαρύτητας εκεί γύρω του... εκείνοι οι αντίπαλοι σα δορυφόροι χωρίς προωθητήρες να γυρνάνε γύρω-γύρω χωρίς ιδεά πως να γλυτώσουν!!! τι γης αυτή η συμπεριφορά; τι ντίσκο τρόμου έστηνε ο συγκεκριμένος άνθρωπος;;; μην τον ψάξετε στα βιβλία ιστορίας — ήταν εκείνος ο γκρίζος μανδύας που σκότωνε όλους τους ήρωες πριν καν ξεκινήσουν!!!
πάντα τον φανταζόμουν εκεί στη Θεσσαλονίκη όταν τελείωνα βάρδια... σα φάντασμα του περάσματος μου στριφογύριζε στους δρόμους της πόλης φορώντας το ξεθωριασμένο νούμερο 11... κι όταν φώναζαν από την πλατεία Αριστοτέλους πως "ο Μακ χτυπάει πάλι"... όλοι οι γύρω μου σα τρελοί άρχιζαν ν' ανοίγουν τα παράθυρα και να τραγουδάνε!!! λες κι ήρθε ο Χίτσκοκ ηλεκτρονικά στο σπίτι μου και μας έκανε πλάκα!!!
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
τι λέτε τώρα ρε παιδιά... αλήθεια θυμάστε εκείνο το απογευματινό ματς στην ανοικτή αίθουσα του Αμερικανικού Κολλεγίου στις αρχές του '93; όχι βέβαια πως αυτό έγινε δημοσιότητα εκείνον τον καιρό, αλλά εμείς εκεί στον δρόμο Κομνηνών βλέπαμε τις φιγούρες σκιών πάνω στους τοίχους όταν είχαν ανάψει τα φώτα του γηπέδου... εκείνος εκεί ο Μακ να στέκεται στο κέντρο σα βασιλιάς σε σκακιέρα που κανείς δεν ήξερε πως παίζεις μαζί του. κάποιος από την άλλε ομάδα του πέταξε μια προσπάθεια στα τυφλά κι εκείνος μόνο ένα βήμα προς τα πίσω έκανε — σα χορεύτρια μπαλλέτου που αποφεύγει έναν ανεπιθύμητο χορό — κι ύστερα αντί να τρέξει σα τρελός για σπριντ πήγε προς την αντίθετη πλευρά χωρίς να αγγίξει καν την μπάλα!
τι γης έγινε εκεί; δεν ήταν ότι πήρανε μικρό αντίπαλο εκείνοι, ήταν ότι εκείνος εκεί είχε ξέρει πως μέσα σε εκείνα τα δύο δευτερόλεπτα που κράτησε η φάση είχε σκεφτεί τρεις διαφορετικές καταστροφές γι' αυτούς. εκείνον τον χειμώνα έγραφα διαγώνια στο τετράδιο του γυμνασίου μου μόνο σχέδια: μερικά πήγαιναν σ' ένα κορίτσι εκείνη την εποχή, άλλα όμως ήταν σχέδια ενός ανθρώπου που έκανε γκου-γκου στον αγαπημένο του αγωνιστή... κάθε φορά που περνούσε μία χρονιά, ένιωθα πως εκείνος εκεί είχε μεγαλώσει μέσα μου όσο εγώ μεγάλωνα σ' αυτό το μικρό τρίγωνο ανάμεσα στην πλατεία Αγίας Σοφίας, το σπίτι και το σχολείο. 😄
τον φανταζόμουν πάντα σα δικό μου σκληρό δάσκαλο εκείνες τις νύχτες που έπρεπε να ξυπνήσω στις πέντε για να προλάβω το πρώτο μάθημα — εκείνος σα να μου έλεγε "εσύ ξέρεις πως όταν ξυπνάς νωρίς έχεις ήδη κερδίσει έναν γύρο πριν καν ξεκινήσεις". αλήθεια εσείς πώς τον νιώθατε τότε; σα κάποιον που σας κουβάλαγε στις πλάτες του; σα ένα φάντασμα που σας πρόδιδε από παλιά πως αυτή η ομάδα δεν ήταν απλώς μια ομάδα;
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ρε παιδιά, θυμάμαι εκείνες τις ομάδες σα στρατόπεδο παιδιών που παίζουν μπάλα το βράδυ στη γειτονιά — όλα τρέχουν, όλοι σπρώχνουν, κάποιος χάνει το πανωφόρι του, και στο τέλος κάποιοι φεύγουν νικημένοι, κάποιοι άλλοι γυρίζουν κρατώντας την μπάλα σφιχτά σαν τροπάιο. Μα η ομάδα του Μακ ήταν διαφορετική — ήταν σα στρατόπεδο παιδιών όπου κάποιος είχε βάλει κάτω στη μέση ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο νομίσματα και γύριζαν γύρω-γύρω ενώ κάποιος άλλος έπαιζε ντραμς σα τρελός. Εκείνοι ξέραν ότι υπήρχε βραβείο, αλλά κανείς δεν περίμενε πως αυτή η μουσική από ντραμς θα μπορούσε να σηκώσει τους πάντες σα μια βία γης που δεν είχε φύγει ακόμα από τη Γροιλανδία.
Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει — οι ομάδες σήμερα είναι σα παρέες ανθρώπων που κάθονται στα smartphones τους και περιμένουν την επόμενη ανάρτηση σα διαφήμιση σαμπουάν. Οι παίκτες είναι επαγγελματίες, ναι, αλλά εκείνοι εκεί είχαν κάτι άλλο — είχαν αυτήν την έκφραση σα να είχαν δει την επόμενη κίνηση της μπάλας πριν καν αυτή γεννηθεί. Σήμερα οι ομάδες αγοράζουν πλάνες σα βιοτεχνία — εκείνοι εκεί είχαν ένα σχέδιο, έναν δικό τους τρόπο, σα κάποιος να έφτιαχνε έναν υπολογιστή στο σπίτι του επειδή δεν ήταν διατεθειμένος να αγοράσει τον έτοιμο, τόσο ωραίο κι εντυπωσιακά λαμπρό κι αδιαφανή όσο και αγορασμένος.
Και μην αρχίσετε τις δικαιολογίες με τα νούμερα τώρα — ξέρω πως εκείνοι εκεί δεν είχαν το ακατάβλητο σύστημα των μεγάλων ομάδων, αλλά αυτό ήταν ακριβώς το στοιχείο! Ήταν σα ομάδα ερασιτεχνών που βγήκαν εκτός έδρας και έκαναν όλους τους γνώστες να γράψουν ιστορία επειδή είχαν εκείνο το μαγικό πράγμα που δεν μπορούσαν να αγοράσουν ούτε με όλα τα λεφτά της Αμερικής: αυτοπεποίθηση σαν γρανίτης, βλέμμα σα να ξέρεις πως ακόμα και όταν χάνεις, κερδίζεις επειδή εκείνοι εκεί δεν είχαν την ελπίδα σα τρόπο ζωής — είχαν την επιβεβαίωση. Αυτήν την ομάδα, ρε παιδιά, κανείς δεν την σταμάτησε επειδή είχε ένα διαφορετικό κουτί — είχε μια ψυχή που δεν χώραγε μέσα στις οδηγίες χρήσης. 😄
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
τι σόι εποχή ήταν εκείνες οι φάσεις ρε φίλοι μου... θυμάμαι τότε σα χθες που καθόμουν στον καναπέ της μαμάς μου στο χωριό, αυτό το ξενοιασιάρικο σπίτι κοντά στον Βόλο όπου ακόμα υπήρχε τραπέζι από πεύκο και φαγητό σπίτι κι όχι delivery, και άκουγα τους ημιτελικούς στο ραδιόφωνο του ξαδέρφου μου. εκείνος ο χαρακτηριστικός ήχος των ημιτελικών του '94 — όχι αυτά τα ψιλοκουτουλιασμένα σύνολα που στέλνουν σήμερα, αλήθεια εδώ ήταν η Αμερική εκείνες τις νύχτες. ανάβανε τσιγάρο χωρίς να σου κάνουν διαφήμιση, έριχναν αράδες σαν βροχή και στο τέλος όλα κατέληγαν εκεί που έπρεπε: κάποιος κανονικά τριγυρνούσε ανάμεσα στις γραμμές σα μαύρο σύννεφο νόμιζε πως είχε το πάνω χέρι κι ύστερα ΠΟΥ... αυτό το βλέμμα του Μακ σα να είχε ξεγράψει από πριν όλα τα σχέδιά τους σα κάτι φρικτά κινούμενα σχέδια του βίτσι.
για εκείνον τον αγώνα θυμάμαι πως είχα προσχεδιάσει μια αγορά στο γειτονικό καντίρ που πουλούσε σπιτικές ντομάτες — αυτός εκεί στη μέση του γηπέδου έκανε την κίνηση εκείνη σα να άνοιξε ένα μπουκάλι σαμπάνιας κι έριξε όλο το περιεχόμενό του πάνω στους αντιπάλους χωρίς ν' αναμιχτεί κανείς. ρε παιδιά, ήταν σα να είχε γράψει η μοίρα τις τελευταίες λέξεις σ' εκείνον τον αγώνα πριν καν ξεκινήσουν οι 48 λεπτά. εκείνος σα γρύλος μέσα στο χειμώνα — δεν τον έπιανε κρύο, δεν τον πείραζε η διάρκεια, κρατούσε το δικό του ρυθμό σα να του είχαν δώσει τρεις επιπλέον ώρες ύπνου εκείνο το πρωί.
και η ιστορία που λένε πως στο τέλος γύριζε πάντα σπίτι φορώντας εκείνο το παλτό του σα μέγας κατακτητής... εκείνες τις νύχτες στον Βόλο που περίμενες το επόμενο πρωί για να ξεκινήσεις δουλειά στο εργοστάσιο, έπαιρνες εκείνο το σακάκι σα φυλαχτό. υπήρχε κάτι σοβαρό εκεί πέρα — όχι γιατί ήταν κάποιος υπεράνθρωπος, αλλά επειδή εκείνος έκανε όλους τους άλλους να νιώθουν σα ήρωες μιας ταινίας δυτικών όπου εσύ ήσουν ο σερίφης και το αστείο ήταν πως κανείς δεν μπορούσε να σου πει πως έχεις λάθος επειδή στο τέλος κέρδιζες πάντα εκείνος εκεί εσύ.
θα σας πω κάτι ακόμα πιο προσωπικό: εδώ στη γειτονιά μου κάποιοι είχαν βάψει ένα τοίχο με χρώματα της ομάδας των ροκετς εκείνα τα χρόνια — όχι αυτοκόλλητα, πραγματικές μπογιές σαν αυτές που μύριζαν ακόμα πέντε χρόνια αργότερα. κάθε φορά που περνούσε κάποιος και τον σβήνει η municipal κάπως... εκείνο το βράδυ εγώ πήγαινα και ξαναζωγραφίζα τρία μικρά γράμματα πάνω του σαν διαμαρτυρία. εκείνος ο Μακ για μένα ήταν σα αυτή η μπογιά — κάτι μικρό που κρατούσε ζωή παρά τις προσπάθειες να την σβήσουν.
τώρα λοιπόν, όταν βλέπω αυτούς τους σύγχρονους αστέρες που φοράνε πάντα τρία διαφορετικά ζευγάρια γυαλιά ηλίου μαζί σα να ψάχνουν μια θέση στο δικό τους γήπεδο, μου φαίνεται πως τουλάχιστον εκείνος εκεί είχε καταλάβει πως στο τέλος δεν κερδίζει ο μεγαλύτερος... κερδίζει αυτός που βλέπει την μπάλα σα μέρος του εαυτού του κι όχι σα εμπόδιο στη δουλειά του.
ας είναι καλά οι αναμνήσεις μας αυτούς τους χιονισμένους χειμώνες του Βόλου... εκείνες οι νύχτες που ήξερες πως πάνω από την πόλη εκείνη είχε φύγει ένας σκληρός άνθρωπος που έκανε όλο τον κόσμο να δει πως η Αμερική δεν ήταν μόνο στριπτιτζέντ σ' εκείνο το κουτί της τηλεόρασης αλλά έναν αγώνα όπου κάποιος μπορούσε να σηκώσει το σφυρί και να ρίξει το πρώτο χτύπημα πριν καν ανοίξει το δικαστήριο. 😄
Θυμάστε εκείνο το απογευματάκι που οι γονείς μου με έπιασαν να κλαίω επειδή ο Μακ είχε χάσει τρεις φορές την μπάλα στα χέρια του σ' ένα αγώνα;
"Μα τι έχεις κάνει ρε γιο μου, στεναχωριέσαι επειδή ένας Αμερικανός έκανε φιγούρες;" είπε ο πατέρας μου κουνώντας το κεφάλι σα ντόκος ότι εγώ δεν κατάλαβα τίποτα.
Και εγώ τότε σηκώθηκα και τους λέω: "Ρειζίλαδες, δεν κλαίω επειδή έχασε η ομάδα — κλαίω επειδή εκείνος εκεί πήγε για πλάκα και μας έκανε όλους τους υπόλοιπους να νιώθουμε σα πρωταγωνιστές μιας ταινίας... ακόμα κι όταν χανόταν! Αυτός ήταν ο τρόπος του Μακ να λένε στην Αμερική πως οι Ροκετς δεν είναι ομάδα μπάλας — είναι ομάδα παραμυθιού!" 🤣🍿
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿