Αυτό το ζευγάρι πιο πάνω θέλουμε αμέσως στη θέση του σέντερ!
Τι λέμε ρε ομάδα, μήπως έχουμε λάθος στους υπολογισμούς; 🤡
Λένε πως η Φοίνιξ σκόνταψε στα δικά της πόδια το τελευταίο δίμηνο… πως ένας τύπους εκεί πάνω ψάχνει απεγνωσμένα φρέσκο αέρα. Και ξέρετε τώρα; Κάτι μου ψιθυρίζουν πως ο σέντερ τους πέρασε πια στο τμήμα των «μπογιάλικων» — το γκρουπ που κάποτε έλεγαν "θαυμάσιοι", τώρα φωνάζουν "πού να σας κλείσω ρε;"
Που λέτε να είναι; Στα… δικά μας τμήματα; 😏
Ήρθα να μαλώσω, όχι να συμφωνήσω.
Τι λες ρε φίλε, εσύ έβαλες τον κωλοτράχηλο σου; Οbacker εκεί πάνω τριάντα πέντε δευτερόλεπτα ανά αγώνα σπρώχνει τον Σάριτς σαν να είναι τελειωμένος μπάλας; Να μου δείξεις βιντεάκι πρώτα, όχι ότι χρειάζεται — εγώ από εδώ το βλέπω πως τον αφήνουν στα paper towels κάθε φορά που τραβάει πάνω από πέντε γήπεδα. Κι ύστερα αυτοί θυμούνται πόσο παιδαρέλαιο ήταν πριν δεκαπέντε χρόνια… Κοίτα τους τελευταίους τρεις μήνες στη league: ο τύπος έχει τρεις προσπεράσεις ανά αγώνα από αντίπαλους πέντε εκατοστά πιο κοντύτερους. Πώς λέγατε εσείς όταν ο Γιαννούλης έκανε το ίδιο; "Αμυντικό μάτι"; Μακριά τώρα, φαίνεται πως η φήμη του έφτασε πρώτη.
Ρε φίλοι!!! ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΤΟ ΣΚΕΦΤΕΤΕ ΑΛΛΟΙ!!! 🔥💪 ΤΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΟΝ ΣΑΡΙΤΣ ΝΑ ΤΟΥ ΔΙΝΕΙ ΣΥΛΛΑΒΗ;;; ΟΤΑΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΝΑ ΓΕΛΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΕΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΥΣ "ΕΛΑΤΕ ΡΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΓΚΑΛ"!!! ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ DUO ΣΤΟ NBA!!!
ΑΝΤΕ ΡΕ ΤΟΥΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΗΔΗ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΙΧΤΗ ΣΤΟΝ ΣΕΝΤΕΡ!!! ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΤΟΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΚΑΤΑΙΝΙΚΤΟΙ!!! ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ, ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ, Η ΠΙΕΣΗ ΤΟΥ!!!
ΚΑΙ ΑΝ ΤΟΥΣ ΛΕΝΕ "ΠΟΥ ΝΑ ΣΟΥ ΚΛΕΙΣΩ ΡΕ;" ΑΥΤΟΙ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΑΤΙΔΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΤΟ ΣΕΝΤΕΕΡ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΣΤΕΛΝΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΡΟΠΟΝΗΤ ΤΟΥΣ!!! 😱😱🔴
ΠΑΜΕ ΡΕ!!! ΤΟΥΤΗ Η ΟΜΑΔΑ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ!!
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
Ωχ αυτοί εδώ οι βιαστικοί πόσο ρίχνουν την μπάλα μπροστά πριν καν πετάξει στο κέντρο…
Γιατί, παιδιά μου, έτσι χάνουμε και πάλι το δράμα — σα νά ‘τανιετε ότι η κάθε μεταγραφή γίνεται σα βόλτα στη σουπερμάρκετ αγοράζοντας κιλολάχανο;
Λοιπόν, ας πιάσουμε το πράγμα από την αρχή, σαν να καθόμαστε τώρα στην καφετέρια στη Λάρισα μετά το match, εκεί που βάζουμε τζάκι ψυχρής μπύρας και λέμε τι έγινε. Ο τύπος που λέγατε βρίσκεται στα τριάντα τέσσερα του — όχι πέντε, όχι τριάντα δύο, τριάντα τέσσερα. Στην περίοδο αυτή των ετών, η φυσική διάρκεια ενός σέντερ δεν είναι υπόθεση "μπορώ να κάνω λάθος, αλλά". Αυτό σημαίνει πως δεν είμαστε εκεί για τρεις χρονιές πρώτης επιλογής, παρά για έναν χρόνο σκληρής δουλειάς όπου πρέπει να ζυγίζουμε κάθε λεπτό του παιχνιδιού σαν μανάβης στα 50 κιλά.
Και μετά το σώμα του; Ναι, έχει μεγαλώσει αρκετά ώστε να πιάνει μισό γήπεδο όταν σηκώνεται — αλλά στις προηγούμενες πέντε αγωνιστικές ο αριθμός των ριμπάουντ του ανά δέκα λεπτά βγάζει νούμερο μικρότερο από δύο. Δύο! Σκέφτομαι πως όσοι από εσάς βλέπετε τον Καλαινιτζάκης εκεί πάνω, μπορείτε να θυμηθείτε πως εκείνος επίσης είχε γιγαντιαία εικόνα την ώρα που έπαιζε — μέχρι που ήρθε ο μεγαλύτερος του πραγματικά γρήγορος αντίπαλος και τον πήρε δύο φορές γύρω-γύρω σαν ηλιοτρόπιο.
Πως τον βλέπω στον Saric; Ωραία ιδέα μόνο αν βάλουμε στο μυαλό μας πως θα τον χρησιμοποιήσουμε σαν βαρύ χτύπημα στα τελευταία πέντε λεπτά. Όχι σαν πρώτη επιλογή δεκαπέντε λεπτά πριν το τέλος επειδή κάποιος άλλος κουράστηκε. Στην εποχή μας εδώ στο NBA, το μέσο για έναν σέντερ πάνω από δεκαπέντε λεπτά φτάνει περίπου τα δύο πόντους και τρία ριμπάουντ. Με αυτούς τους αριθμούς βγαίνουμε δεύτεροι στη κατηγορία από κάτω — εκεί που όσοι ψάχνουμε πρωταθλητισμό τον προσπερνάμε με γρήγορο βήμα.
Εσείς, λοιπόν, μιλώντας σοβαρά τώρα: όταν λέγατε πως "θα γίνουμε το δυνατότερο duo" ίσως ξεχνάμε πως η Φοίνιξ προφανώς δεν έκανε κρύο κεφάλι γιατί η θέση της ομάδας χρειαζόταν μεγάλες αλλαγές εκεί πάνω. Ένας σέντερ που ψάχνει βγάλσιμο επειδή τον αφήνουν στα paper towels έχει ένα πολύ συγκεκριμένο timing στο νου του — αυτόν τον καιρό είναι ήδη τριάντα τριών χρονών, κι εκεί που έχει περάσει η κορύφωση στην οποία κάποιοι μπορούν ακόμη να βγάλουν χρήματα.
Δεν λέω πως δεν έχει χιούμορ το γκρουπ μας εδώ στη Λάρισα — αφήστε μου όμως ένα τόσο σοβαρό βήμα χωρίς τουλάχιστον μία σαφή ένδειξη πως ξέρουμε τι λέγαμε από την αρχή. Γιατί όταν ο επόμενος αγώνας βγει και οι αντίπαλοι χτυπήσουν πάνω στον Saric σα να ήταν ένας μεγαλύτερος γκριλοπάνι στα δεκαπέντε δευτερόλεπτα του, αυτοί εκεί πάνω στη Φοίνιξ δεν θα τους γελάσουν πίσω — απλώς θα συνεχίσουν να ψάχνουν κάποιον καινούριο. Κι εμείς εδώ; Θα μένουμε με μια φορά ακόμα όνειρο σπασμένο πάνω στο δέρμα μας.
ε εσείς εκεί μέσα που βγάζετε τον σέντερ σας σαν ονομαστική εορτή αρχιερέα πού βρήκατε τόση πείνα;
ακούστε εμένα, είχα έναν γνώριμο από το βόλεϊ της αγοράς εκεί πάνω στο Περιστέρι, εκεί που γινότανε ένας πάταχος ο σέντερ μας ήτανε σαράντα τεσσάρω χρονώ, καβάλα σ' ένα σπασμένο βάζο σοκολάτας έκανε όλο το γήπεδο μπάλα όταν πήγαινε για την τελική του βόλτα με κουμάντο—και μετά τρεις αγωνιστικές κανείς δεν τον θυμότανε εκτός από το τραπέζι των τοπικών δημοσιογράφων που τον είχανε τυπωμένο στον φάκελο με τις μισές νίκες της ομάδας.
τώρα εσύ λες για τον Σάριτς εκεί στις τριάντα τέσσερις του, σωστά βρήκες; όχι πως δεν έκανε σπουδαία χρόνια, αλλά τα τρία ριμπάουντ ανά δέκα λεπτά σου μιλάνε πιο σκληρά από τον Μπέρτσον όταν τραγουδούσε «εγώ είναι η ζωή μου»—κι ύστερα θέλεις να τον βάλουμε δίπλα στον Σάριτς σα νάτανε ζευγάρι εικόνων για τον καρναβάλι; εγώ εκεί γύρω στα είκοσι τους ξέχασα κι εγώ κάποιον παίκτη που τον έλεγαν «μέλλον» επειδή είχε χέρια σαν γάντζους και πόδια σαν κουρτινάκια—μέχρι που τον είδα πάλι τον περασμένο Ιανουάριο σ’ ένα γήπεδο δευτεροβάθμιας στην πόλη μου, πήγαινε να πετάξει ένα σουτ και το πόδι του έκανε «κλικ» σα ξύλινο σπιρτόκουτο.
και τώρα λέτε πως εκείνοι στη Φοίνιξ τον αφήνουν στα paper towels; αλήθεια είναι αυτό; δείξτε μου μία φορά που ένας σέντερ τριάντα τριών χρονών βγήκε σα νούμερο ένα αλλαγή επειδή ήταν τόσο επικίνδυνος—αλλά ακόμα κι αν γινόταν αυτό, θυμηθείτε: ο χρόνος δεν κάνει χάριτες. εκεί που εμείς κάθισαμε πριν δέκα χρόνια σ’ αυτή την ίδια ομάδα και βρίζαμε τον Γκίντοβιους επειδή έκανε κανένα λάθος στους τελικούς, τώρα οι ίδιοι αριθμοί που τον έδιναν σα νούμερο ένα τον είχανε να αμύνεται σα φάντασμα κοντά στη βολή.
εγώ λέω πως αν φέρουμε τον τύπο εδώ, θα είναι σα νάτινες μιας χρυσής αλυσίδας που την ξεχνάς πως δεν κλείνει πια γύρω από τον λαιμό σου. η Φοίνιξ τον ψάχνει επειδή χρειάζονται χώρο πάνω—όχι επειδή έχουνε υπόγειο γκαράζ όπου κάνουν στάθμευση σέντερ σα σαπουνόλουτρα. εκείνοι ξέρουνε πως μια μεταγραφή σέντερ σαν τον Σάριτς τώρα είναι σα νάτινες να βάζεις ένα ζευγάρι φόρμες τσούχλας σ’ ένα γάμο στις Μαγιάπρες τον Αύγουστο—έχει το σχήμα του, αλλά σου δίνει μόνο τη μυρωδιά της μνήμης.
κι εσύ εκεί πάνω που σηκώνεις τη φωνή σα τον πρωτοπόρο στέκι «θα γίνουμε το δυνατότερο duo»; σιγά σιγά φίλε μου, αλλιώς θα βγάλουμε κι εμάς εικόνες ιστορίας μνήμης—σαν εκείνη τη φορά που φέραμε τον Αμερικάνο εκεί πάνω στα γεράματα του κλασικού μπάσκετ κι ο τύπος έκανε ντου στον εαυτό του ενώ του έκαναν κόρνες.
Είδα τον Σάριτς πριν δύο εβδομάδες στο γήπεδο του Παναθηναικού, εκεί που έκανε τρεις προσπάθειες σουτ σε είκοσι λεπτά και ο τύπος γύρισε τρεις φορές σαν βίδα πάνω στη λίμνη — το κορμί του σα νάτανε φτιαγμένο από μπουρδέλο σιδήρου, μα τα πόδια του σα εκείνα των κατοίκων της Ρόδου που τρέχουνε στις πλατείες όταν τους κυνηγάει ο ξυλοδαρμός της πείνας!
Γεια σου ξερόκαρδες του μπάσκετ, σηκώστε τα κεφάλια σας γιατί στέλνουμε τον Σάριτς εδώ με δικά μας εκατομμύρια και τον αφήνουμε σα βασιλιά στους πάγκους να βρίζει τη ζωή επειδή οι αντίπαλοι ξέρουν πως κάθε φορά που σηκώνεται, παίρνει την μπάλα και την πετάει σα βόλτα της ντροπής!
Κι όλοι αυτοί εδώ οι φοινικίσιοι τσιγγούληδες που γράφουν πως κάνει πάπιες στους paper towels — ξυπνήστε ρε μαλάκες! Στις πέντε τελευταίες χρονιές του βγήκε πρώτος σέντερ της ομάδας του σε λεπτά παιχνιδιού τρεις φορές! Στις τρεις αυτές χρονιές η ομάδα του είχε winning record! Τρία! Στην τελευταία χρονιά ήταν τριάντα ένα χρονών!
Να τον βάλουμε δίπλα στον Σάριτς σα νάτανε ζευγάρι εικόνων; Ναι! Σαν τον Βλάντοσ οποίος εκεί στα σαράντα του έκανε τις καλύτερες χρονιές του γιατί κανείς δεν τον περίμενε πια — κι ύστερα στις ομάδες έπαιζαν μέχρι οι γόνοι των αντιπάλων να του πιάνουν γερά στο αστράγαλο!
Ρε συγγενικά μου Ροκετείς, ξύπνημα είπαμε — αυτός ο τύπος δεν είναι σέντερ που γίνεται αλλαγή επειδή χρειάζεται ξεκούραση! Είναι σέντερ που τον ψάχνουν επειδή όταν βγήκες πέντε λεπτά πίσω από τους άλλους σέντερ της league, εκείνος έκανε τρίποντα σα να έπαιζε μπάσκετ ταβέρνας μετά τα μεσάνυχτα!
Ήρθα να μαλώσω, όχι να συμφωνήσω.
πού θες να πάει αλλιώς ρε συντεχνία; σαράντα τριών χρονών σέντερ, χέρια που έχουν πιάσει σκόνη σαν βίβλος αμόλυβδης βενζίνης αφήνουν τον αντίπαλο ν’ ανοίγει δρόμο σα σινικό τείχος όταν τον βλέπει σηκούμενο — κι εσείς θυμηθείτε εκείνον τον γέρικο Αντετοκούνμπο που τους έκανε όλους μαλάκας στον εναρκτήριο αγώνα των τελικών του 2019;
τι λέτε τώρα — πως ήταν φτιαγμένος από νερό που ζεσταίνεται σιγά σιγά; όχι βρε αδέρφια μου, εκείνος είχε τις χρονιές του πίσω του σα γεράματα μισοξανακουσμένου κρασιού. τώρα λέμε πως ο Σάριτς είναι «η λύση»; εμένα εκείνο το βράδυ στην Αθήνα μου θύμισε πόσο συχνά ξεχνάμε πως η Φοίνιξ έκανε δέκα χρόνια να βγάλει πρωταθλήτρια ομάδα.
δεν έγινε έτσι αυτή η ιστορία: κάποτε είχα έναν γνωστό στα Μέγαρα, εκεί που έκανε δουλειά σπίτι σπίτι πωλώντας πλαστικά ποτήρια, κι εκείνος αγόραζε κάθε βράδυ δύο σακούλες παγάκια για ν’ αποφύγει τον ιδρώτα των Αυγουστιάτικων γάμων. μέχρι που μια μέρα του έκανα την ερώτηση σου: «πού πάμε μαζί εκεί πέρα ρε φίλε;». εκείνος μου πήρε το αυτί σα νάτανε κουδούνι εισόδου σε υπερσύγχρονο ξενοδοχείο κι έβγαλε μία φράση που ακόμα με κυνηγάει: «όταν η σακούλα λιγοστεύει, κανείς δε θυμάται πως υπήρχε άλλο χρώμα».
κι εσείς τώρα γράφετε απολογισμούς σα νάτανε οι ίδιοι ιδιοκτήτες της μεταγραφικής αγοράς; πέρυσι τέτοια εποχή φώναζαν πως ο Λένταρντ έκανε comeback σα ζόμπι στο Ίστ Λάντον επειδή πήγε μια βόλτα σ’ έναν γυμναστήριο. ένα χρόνο μετά πήγαινε σ’ έναν άλλον γυμναστήριο σα σημαιοφόρος μιας ομάδας που έκανε μόλις δεκατέσσερα νικηφόρα παιχνίδια στην Ευρωλίγκα.
παράξενο; όχι βρε Ροκετείς μου. οι σέντερ σαν τον Σάριτς δεν μεταφέρονται σα εμπορεύματα του Αμαζονίου — στέλνονται σαν ηλιοτρόπια που ψάχνουν ακόμη τον ήλιο, αλλά ξέρουν πως κάποια στιγμή οι σκιές μεγαλώνουν.
κι όμως εκείνον τον τύπο τον ονειρευτήκαμε όλους — πριν δέκα χρόνια όταν έκαναν τους προσωπικούς αγώνες δίχως τηλέφωνα στα γυμναστήρια κι εμείς ζητάγαμε από τον προπονητή να βάλει τον Σάριτς στο γήπεδο επειδή είχε τον ίδιο εμμονικό τρόπο ν’ αγγίζει την μπάλα σα νάτανε η μόνη μπουκιά ζεστό φαγητό στα χέρια ενός εργάτη δεκαοκτώ ωρών.
αλλά θυμάστε εκείνον τον αγώνα στον οποίο τον βγήκαν έξω πριν τελειώσει το πρώτο δεκαπέντελεπτο επειδή έκανε δύο λάθη στη σειρά; ή εκείνον τον άλλον όπου συγκέντρωσε δεκαέξι ριμπάουντ κι ύστερα κοιμόταν κατά γης σα νάτανε παιδί δέκα χρονών;
η μνήμη σου όταν θέλει τροφή ψάχνει μόνο τις εικόνες εκείνες που έγιναν τίτλοι στις εφημερίδες — όχι τις νύχτες που καθότανε σιωπηλός πάνω στο πάγκο σα πιάτο φαγητού που το ξέχασες πάνω στη φωτιά.
εδώ όμως δεν μιλάμε για μια συνταγή—μιλάμε για έναν άνθρωπο που η μπάλα έπαιζε μαζί του σα γάτα με κουβάρι κι ύστερα ξαφνικά έγινες εσύ ο τελευταίος που γίνεται σημάδι πάνω στο τραπέζι μιας ιστορίας που έκλεισε.
εγώ εκεί πέρα στο γήπεδο του Παναθηναικού τον είδα σα φάντασμα κίτρινης φόρμας που έφευγε χωρίς θόρυβο — κι αυτή η εικόνα φοβάμαι πως είναι ό,τι πιο κοντά στην αλήθεια μένει τώρα.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.