Από το λούπι του τότε στον ήλιο του τώρα
ξεχνάω πόσες φορές έχω πει στους παλικούς ότι το να μιλάς για τους Ιντιάνα Πέισερς πριν το λούπι του Τζέρικαν σημαίνει πως δεν έχεις ζήσει το αληθινό ντέρτι εκείνης της εποχής. Αυτό το βράδυ του 2003 όμως; Αυτούς τους Πέισερς δεν τους ξέχασα ποτέ, σαν να μου είχαν γράψει μέσα στην ψυχή τους το δικό τους γκολφεστ.
Θυμάμαι σαν τώρα τον τρόμο στα γήπεδα των άλλων όταν έριχναν το τζίλι κι εμείς βγάζαμε την μπουκάλα σα αποστολή κηπουρούς— κανείς δεν κατάλαβε πως εκεί ήταν το γκολφεστ της ομάδας, όχι στα νούμερα. Με τον Τζέρικαν να σκάβει ένα σκαμνί κάτω από τους φιλέδες του αντιπάλου, κομμάτια χωρίστηκαν στιγμιαία εκεί μέσα και πολλά κρανία πόνεσαν αργότερα από το κλάμα της χαράς. Λέγαμε τότε πως ο στόλος μου είχε ξεμείνει από πυροτεχνήματα εκείνο το βράδυ, αλήθεια στο κράξιμο των σφαιρών που έπεφταν σαν χαλάζι στο κέντρο του γηπέδου—και όμως, όλοι βγήκαμε ζωντανοί χωρίς φωνές, μόνο αγκαλίτσες στα σχολεία μας.
Εκεί λοιπόν είναι που νιώθω πως οι Πέισερς έγιναν ιστορία, όχι μόνο επειδή βγήκαν πρώτοι, αλλά επειδή έκαναν το γήπεδο ένα θέατρο όπου οι φίλοι ζούσαν τη ζωή τους πέντε φορές μέσα σε μιάμιση ώρα. Από εκεί και πέρα ήταν πάντα έτσι: αλλιώς ομάδα, άλλοι άνθρωποι, ίδια αύρα. Κάτι σου λέει πως όταν μια ομάδα σου κλέβει τόσο την αναπνοή σου ώστε να την θυμάσαι σα συγγενικό σου πρόσωπο, δεν χρειάζεται να ψάχνεις άλλους τίτλους για να δικαιολογήσεις τον ενθουσιασμό σου. Και εγώ πάλι εκεί βρίσκομαι, μετά από είκοσι χρόνια, να λέω πως εκείνος ο Ρόλαντ μαζί με τους υπόλοιπους έκαναν κάτι μοναδικό—κάτι που φέρνουμε ακόμα πάνω μας σαν μωρό στο στήθος...
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Α! ΡΕ ΠΑΝΟ! ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΤΙΚΟ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΣ; ΤΟ ΛΑΧΕΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΥΣΚΟ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ‘03!!
Ήμουνα εκεί, εκεί κάτω στην πρώτη σειρά δίπλα στον γέρο μου! Με τα εισιτήρια στο χέρι σαν εισιτήριο στον παράδεισο 🔥💪 Οabli! Κοίταξα τον Τζέρικαν σα θεό που κατέβηκε από τον ουρανό να μας σώσει όλους—γιατί τότε οι Πέισερς ήταν σαν τη Μαγεία εκεί: ζοφερό, σκοτεινό μέχρι εκείνο το βράδυ!
Τον θυμάμαι σα σήμερα: πέφτονε τρίποντο μετά τρίποντο, η μπάλα σα σφυρί στα κεφάλια των αμυνόμενων, οι αντίπαλοι σα ψαράδες που γύρεψαν να πιάσουν μια καρχαρία με δίχτυ 😱 Μέχρι εκείνο το τελευταίο δευτερόλεπτο όταν ο Τζέρικαν σηκώθηκε σα Θεός του Πολέμου κι άφησε την μπάλα να γυρίσει 10 φορές στον αέρα πριν βυθιστεί στο καλάθι—τότε κατάλαβα πως κάτι άγιο είχε συμβεί!
Μετά βγήκαμε έξω στους δρόμους σα λυτρωμένοι! Τα αυτοκίνητα εδώ_CODE_ αναβοσβήνανε σαν φάροι αγγέλων, γειτόνοι ανοιγόκλειναν πόρτες σα βγάζανε τις σαμπούκες τους 🔴 Οι άνθρωποι έγραφαν στους τοίχους τους αριθμούς σα μεταφορικά ανάσταση! Κι εγώ; Άνοιξα το στόμα μου τόσο μεγάλο για να φωνάξω πως με τράβηξε ο αέρας των ΠΕΙΣΕΡΣ — ώσπου κατάλαβα πως δεν μπορώ! Δεν υπήρχε φωνή πια, μόνο σιωπή γεμάτη δάκρυα!
Κι ακόμα τώρα, όταν βλέπω τον αριθμό 47 στη φανέλα κάποιου φίλου... ΜΟΥ ΑΝΑΒΕΙ Η ΚΑΡΔΙΑ!!! Γιατί αυτό δεν ήταν απλά αγώνας—ήταν ΕΝΑΣ ΘΡΙΑΜΒΟΣ! ΣΑΣ ΛΕΩ ΠΩΣ ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΕΙΣΕΡΣ ΠΟΥ ΘΑ ΘΥΜΑΜΑΙ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΟΥ!
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
πω πω πω ρε συναθλητές μου... τώρα ξύπνησα βράδυ μόνος μου εδώ στον καναπέ μου στον Βόλο και ονειρεύομαι εκείνο το γήπεδο σα ζωντανό σκυλί που δεν ξεχνά τις φωνές του πρωταθλητή του... πριν καν κοιμηθώ σήμερα βράδυ πήγα κάτω στη πλατεία του χωριού μου εδώ, στάθηκα στο μαγαζί του γέρου κυρ Γιάννη και του είπα: «ξέρεις κυρ Γιάννη, εκείνο το βράδυ που οι Πέισερς έκαναν τον ουρανό τους δικό τους; εκεί στο λούπι του Τζέρικαν σαν να διαβάζαμε την Αγία Γραφή ανάποδα σιγά σιγά—κάθε γκολ σα έναν στίχο που μας έκανε να σηκωνόμαστε σιγά σιγά σα ανθρώπινοι άγιοι!»
τι άλλο θυμάμαι τώρα... εκεί στο γήπεδο της Ατλάντα εκείνο το βράδυ ο Τζέρικαν είχε ένα κουδούνι στο αυτί του σα αγρότης πριν τη μεγάλη βροχή—κάθε φορά που η μπάλα πήγαινε μέσα αυτό χτυπούσε σα σίδερο στο σκοινί του ρούχου! κουδούνι ανάμεσα στα τρίποντα... κι εμείς όλοι εκεί κάτω σαν κορίτσια που ακούνε για πρώτη φορά ερωτικό τραγούδι στην αμάξα του ραδιοφώνου! ο υπέροχος φύλακας μας ο Μπίρτσον εκείνο το βράδυ είχε μια μαύρη μπλούζα που έγραφε μόνο: "η βροχή είναι δική μου" και πραγματικά έπεφτε από πάνω του νερό σα ζήλια!
τι λέω τώρα... εκείνο το βράδυ δεν ήταν αγώνας—ήταν μια χορογραφία ανθρώπων που είχαν χάσει χρόνια να βρουν το δρόμο τους σπίτι! ο Τζέρικαν σαν αστραπή στο σκοτάδι έκανε τους φίλους του όλα μαζί να γίνουν ένα δέντρο με χίλια χέρια ανοιγμένα προς τον ουρανό! ακόμα τώρα όταν βλέπω τον αριθμό 33 στον δρόμο εδώ κάπου κοντά στη πλατεία μου σηκώνω τα χέρια σα προσευχόμενος αμόλυντος!
κι όταν μετά το τέλος ο Τζέρικαν σήκωσε τα χέρια σα άνθρωπος που μόλις ξύπνησε από δεκαπέντε χρόνια κώμα... εγώ εκεί στο καθιστικό μου εδώ στον Βόλο σήκωσα τα δικά μου δίχως κανείς γύρω μου—γιατί εκείνος εκεί έκανε όλους εμάς να νιώθουμε σα δικοί του στρατιώτες παρά τις εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά!
τίποτε άλλο... εκείνο το βράδυ έγινε μια ομάδα όχι μόνο πρωταθλητές αλλά αγγελιοφόροι μιας μεγάλης αλήθειας: ότι όταν οι άνθρωποι βρίσκουν αυτούς που τους θυμίζουν τους εαυτούς τους μέσα στη φωτιά, τότε κανείς δαίμονας του γηπέδου δεν τους φοβίζει πια! γιατί εκείνοι έγιναν αυτοί οι ίδιοι το γήπεδο... κι όσοι βγήκαμε ζωντανοί από εκεί την άλλη μέρα βάλαμε στον εαυτό μας ένα νέο ιερό κανόνα: αγαπιόμαστε σα σύνολο μέχρι τέλους!
Ρε φίλοι μου, πριν γράψω κάτι ας κλείσω για δέκα δευτερόλεπτα τα μάτια.
Φαντάζομαι εκείνον τον αέρα στην Ατλάντα εκείνο το βράδυ του Ιουνίου του 2003 — τη μυρωδιά από μπίρες ξεμουδιάκιας, το ψιλοβρόχιασμα που δεν σταμάτησε ούτε στιγμή, και πάνω απ’ όλα εκείνον τον θόρυβο σα εκατοντάδες καρδούλες να κάνουν ένα σώμα μόλις η μπάλα άρχιζε να πετάγεται σαν τρελή από το ένα χέρι στο άλλο. Αυτή ήταν η δική μας ομάδα εκείνη την εποχή: έναν κόσμο στον οποίο δικαίωνες την τρέλα σου κάθε βράδυ επειδή πίστευες — πραγματικά πίστευες — πως κάπου εκεί μέσα υπήρχε μια δύναμη που μπορούσε να σπάσει ό,τι σου έριχνε η ζωή κατάμουτρα.
Κοιτάξτε την τώρα αυτούς τους Πέισερς. Με τον Χάλιμπερτον εκεί πάνω όλα μοιάζουν με κουρτίνα σουβά που κανείς δεν καταλαβαίνει πως κρέμεται. Περνάς στους τελευταίους δέκα αγώνες μέσα στη χρονιά και νιώθεις πως όσο καλά κι αν παίζει ένας, κάτι λείπει πάντα εκεί κάτω στον πάγκο. Οι αντίπαλοι έχουν πάρει την τάξη τους από τα βιβλία στρατηγικής, κάνουν δύο χρόνια εμπορικά και ξαφνικά βρίσκονται σα μουσικοί της ορχήστρας χωρίς παρτιτούρα. Μας λείπει εκείνο το τζίλι, εκείνο το ψιλοβρόχισμα της τρέλας που έκανε τους φίλους μας εκεί βράδυ να νιώσουν σα κλειδωμένοι μέσα σε μια ταινία όπου οι πρωταγωνιστές κέρδισαν τελικά την κόλαση.
Εγώ ακόμα όταν βλέπω εκείνο το βίντεο στο YouTube όπου ο Τζέρικαν βγάζει την μπλούζα του και δείχνει το σώμα του σα άγαλμα της νίκης μου έκλεισα μέσα σιγά σιγά τις γροθιές μου. Δεν ήταν μόνο οι 47 πόντοι. Ήταν εκείνο το κουδούνι που χτυπούσε σα μεταλλικό σύμβολο κάθε φορά που η μπάλα έπιανε δίχτυο. Ήταν ο Μπίρτσον να στέκεται σα τεράστιο αγάλματα στον πάγκο βγάζοντας τις λέξεις "η βροχή είναι δική μου" σα τελευταίο μάθημα ανθρωπιάς.
Σήμερα; Σήμερα οι αγώνες διαρκούν δύο ώρες και δεκαπέντε λεπτά επειδή κάποιος αποφάσισε πως πρέπει να χάνουμε χρόνο σιγά σιγά σα καραβάκι στη μέση του ωκεανού. Οι φίλοι μας τρέχουν στους δρόμους πριν ακόμη αρχίσει η μπάλα, τους βλέπεις σα ανθρώπους που ψάχνουν εισιτήριο για τον επόμενο κόσμο επειδή ξέρουν πως εκεί δεν υπάρχουν repeat plays, μόνο μνήμες — και αυτές φθείρονται σα σαπούνι κάθε φορά που ένας opponent κάνει ένα εύκολο lay-up.
Μα σίγουρα υπάρχει κάτι ακόμη εκεί μέσα στις αθλείες εκείνες στιγμές. Κάτι σα σπίθα που ανάβει ξαφνικά όταν βλέπεις τον Τέρνερ να κάνει μια κίνηση σα εκείνες του βιβλίου πολεμικών τεχνών. Αυτό όμως δεν αρκεί για να κάνει μια ομάδα ιστορία. Η ιστορία γράφεται όταν ένας λαός ξυπνάει ταυτόχρονα και γίνεται ένα σώμα — σα εκείνο το βράδυ που όλοι σηκωθήκαμε μαζί χωρίς κανείς να φωνάξει "εμπρός".
Εμείς τώρα; Μας λείπει ακόμα εκείνο το ψιλοβρόχισμα της ψυχής. Μαζί του, φεύγει και η μεγάλη ιστορία.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
ρει θυμάμαι εκείνον τον αγώνα σα τώρα, βρισκόμουν στο κλασέρ μαζί με τον κολλημένο μου τον Γιώργο να τρώμε σουβλάκι σα δεκαπεντάχρονοι πριν καν τελειώσει ο αγώνας επειδή είχε πιάσει την ώρα της προπόνησης του μουσουλμανικού σχολείου δίπλα 🍢😂
και ξαφνικά μέσα στην τρώγανη ησυχία του κλασέρ ο Γιώργος πετά το σουβλάκι σα μολύβι στον αέρα και φωνάζει "ΤΟ ΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΚΑΝΕΙ 47!!!" και εγώ σα τέλειος συμμαθητής του πετάω τη μπίρα σα βόμβα στο κεφάλι του λέγοντας "ρε φίλε εγώ πήγα σοβαρά εκεί γιατί στο σπίτι μου τρέχει ακόμα η μπαταρία της γαββούτσας σου" 🤣🍿
όμως πραγματικά εκείνο το βράδυ έγινε κάτι σα χάρισμα από τον ουρανό—όταν έβγαλες την μπουκάλα σαν άγγελος σωτηρίας ενώ στο γήπεδο γινόντουσαν τα μεγαλύτερα της ιστορίας 🔥
και τώρα κάθε φορά που βλέπω έναν τύπο με φανέλα 47 στον δρόμο εδώ στις Σέρρες τρέχω σα ηλίθιος να τον αγκαλιάσω σα μοναδικός σωτήρας 😂💪 ενώ εκείνος με βλέπει σα τρελό και φεύγει τρέχοντας