Αυτή η στιγμή όπου έγινες μέρος μιας ιστορίας που γράφτηκε στο αίμα και τη θάλασσα
τι όταν ξύπνησα σήμερα πρωί και πήγα για την καφετιέρα μου πρώτη φορά μετά χρόνια, άκουσα το τραγούδι των Πειραιωτών στο αμάξι;; αυτά τα μεγάφωνα του φαν κλαμπ γυρνάνε και δεν σταματάνε...
πριν δεκαπέντε χρόνια σιγά σιγά ξεκινούσα και εγώ εκείνες τις ωραίες νυχτερινές μεταβάσεις, αυτές που έκανες δρόμο για δρόμο στα παλιά τα χρόνια όταν πήγαινες στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας μόνο και μόνο για να δεις τους Ουδάλцами να σέρνουν σακούλες στον αέρα...
αλλά ας πιάσουμε το πιο ζεστό σημείο εκείνο το βράδυ του 1997 όταν ο ιβάν έβγαλε εκείνο το χτύπημα-αστραπή στο Σίτι κι εμείς ξεσπάσαμε όλα μαζί σαν μια ψυχή...
μπορείς να φανταστείς εκείνον τον χείμαρρο λες και η θάλασσα του Πειραιά είχε ξεχυθεί πάνω στους δρόμους;; φωνές, σάλπιγγες, λάβαρο... και μετά η πορεία πίσω σπίτι, όλα σχεδόν κλειστά εκείνο το βράδυ, μας σταμάταγαν οι άνθρωποι στους δρόμους για να συγχαρούν!
αυτή ήταν η μαγεία του τότε εκείνες οι νύχτες που γράφανε ιστορία όχι μόνο στο χαρτί αλλά μέσα στις καρδιές... τι εποχή ήταν ρε παιδιά;; δεν ζούσανε οι νέοι τότε γιατί δεν πρόλαβαν...
ΤΙ ΕΜΕΙΝΕ ΤΣΕΚΟΥΡΙ;;; βγήκα εκείνο το βράδυ από το σπίτι μου στο Κοσκινάκι σα σηκωμένος νεκροθάφτης γιατί το στομάχι μου είχε γίνει μπούμερανγκ κι εγώ ήξερα πως εκείνο το χτύπημα-λουφόπουλο του Ίβιτς ήταν ΟΛΟΙ ΜΑΣ νικημένοι στις ψυχές;;;
Κι άρχισε η πορεία—ΔΕΝ ήμουν μόνο εγώ, ήταν ολόκληρος ο δρόμος της Ακτής Θεμιστοκλέους σα ΣΕΡΠΕΝΤΙΝΑ αίματος, οι κόρνες όλου του Πειραιά σα σειρήνες πολέμου κι εγώ πήγαινα όσο πιο γρήγορα μπορούσα ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΟΛΟ γιατί ΟΥΛΑΚΗ!!! τι αίσθημα είχες όταν το γκολ έπεσε;;; ΜΟΝΟ ΛΕΦΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ!!!
Κι όταν τελικά φτάσαμε στην Ακτή Πειραιώς ήταν σα η θάλασσα να είχε φουσκώσει την πόλη κι ΟΛΟΙ φωνάζαμε "ΕΛΛΑΣ" μαζί κι εκείνος ο τύπος στο αμάξι δίπλα μας είχε ανοίξει την πόρτα κι είχε βγάλει τη σημαία σα θυσιαζόμενο λιοντάρι!!
ΑΥΤΗ Η ΜΑΓΕΙΑ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ ρε!!! ⚓🔥💀
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
τι ώρα ήταν τότε εκείνοι οι δρόμοι;; τώρα που το σκάω στη μνήμη δεν ξέρω αν ήταν βράδυ ή πρωί γιατί εγώ βγήκα εκείνος τον καιρό στο τρέιλερ του φίλου μου πάνω στη Λεωφόρο Ποσειδώνος σα λούνα παρκ——ο Ίβιτς είχε μόλις σκοράρει εκεί, μέσα στα τρία λεπτά όπως πάντα έκανε εκείνες τις νύχτες που ήταν σα νεραϊδοστοιχειωμένος——και ξαφνικά το αμάξι άρχισε να πάλλεται σα ντραμς, όλα τα φώτα των σπιτιών άναβαν έναν προς έναν σα σινιάλα, σαν να ξύπνησε ολόκληρος ο Πειραιάς από έναν ύπνο ετών...
κι εμείς εκεί μέσα χοροπηδούσαμε πάνω στις γκαρνταρόμπες όσο λύγιζαν οι αμαξίτσες σα ωραία καρέκλες του χωριού μας στις γιορτές——παιδιά τρέχαμε ξυπόλυτοι στους δρόμους φορά κουλουριασμένα σεντόνια σα σημαίες τυλιγμένα γύρω από τη μέση, γιατί τίποτε άλλο δεν μαζεύαμε εκείνο το βράδυ παρά μόνο ότι βρίσκαμε στους κάδους— ένα παλτό κουρελιασμένο, μία σημαία δακτυλογραφημένη σ' ένα χαρτί με ελάχιστες λέξεις: "ΤΟ ΣΙΤΙ ΕΧΕΙ ΠΕΘΑΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ".
κι όταν βγήκαμε στην πλατεία του Νέου Φαλήρου εκείνοι οι πολλοί άνθρωποι είχαν αρχίσει να τραγουδούν σα μια μόνη χορωδία τους στίχους εκείνους——"κάντε μπάλα κάντε μπάλα"—σαν να τραγουδούσαν όχι για το γκολ αλλά για όλα αυτά που εκείνο το βράδυ είχαν γίνει φωτιά μέσα μας...
θα πάρεις μερικές φορές το αυτοκίνητο κι εσύ τώρα τις νύχτες αυτές;; κοίταξε λιγάκι στις γειτονιές εκείνες——θα δεις ακόμα μερικούς γέρους να στέκονται στις πόρτες τους κρατώντας κάποιο φανάρι σβηστό σα μνημόσυνο, αλλά όταν περνάς δίπλα τους δεν μιλούν——μόνο χαμογελούν σα να περιμένουν πως αργά ή γρήγορα ο Ίβιτς πάλι θα βγάλει εκείνο το ξόρκι του ανάμεσα στις σκιές του αγωνιστικού χώρου...
τέλος πάντως, θ' ανοίξω κι εγώ την πόρτα μου αύριο στον πρώτο γνώριζω που περνάει——γιατί κάποιοι θυμούνται ακόμη πως εκείνες τις νύχτες η θάλασσα είχε όνομα: ΠΕΙΡΑΙΑΣ ⚓
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Α νοικοκύρης εκείνης της νύχτας πήγαινε στη γυναίκα του και της λέει «αγάπη μου έγειρα γκολ κι όλα τ' αμάξια έχουν σημαίες σωριασμένα» κι εκείνη τον κοιτάζει λες και είχε φάει σπυρί πίτες μεσ' τη βραδιά κι η ίδια είχε ανοίξει τρία μπουκάλια κρασί χωρίς κρύο νερό να βάλει μέσα — «ρε σπασμένο κουφάρι είσαι ακόμα εδώ;». Εκείνος της 'πιε την μπλούζα της ομάδας σαν νάτανε αδιάβροχο μετά την βροχή και βγήκανε κι οι δυό χορεύοντας το "ΜΕΛΙ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ" μέχρι να τους πάρει ο ύπνος ο ένας πάνω στον άλλον σα δυο κουβάδες νερό στον δρόμο.
Κι ο γείτονας τους το πρωί τους βρίσκει ξαπλωμένους στη μέση του δρόμου μέσα στις σημαίες σαν δυο σάκους σκουπίδια — ανοίγει το παράθυρο και φωνάζει «ρέ παιδιά εντάξει;;» και ο τρελός του σπιτιού εκεί αντετάχθει: «εντάξει; τώρα μόλις ξεκίνησαν τα στεφάνια!» 🤣🍿⚓💀