Όταν η μπάλα φλέρταρε με τον ουρανό κι εμείς κοιτούσαμε ψηλά
πού θυμάμαι εκείνο το βράδυ σαν χτες... εκείνο το σαββατόβραδο στο φεγγάρι τοίχο του αμέτρητου απόντος Λιου Σίτι, ο Γουέιντ να ξεκουρδίζεται σαν τροχός μέσα στην μπογιά του ουρανού. βρε παιδιά, είχε μέσα του κάτι σα δικό μου ξεχνισμένο τραγούδι της γειτονιάς — εκεί που τα σκοτεινά δωμάτια των φίλων γέμιζαν από ατέλειωτες στιγμές μπάλας πάνω στο παρκέ του υπόγείου. πως τον έβλεπες να κάνει την πλάτη του σφόνδυλο και μετά — σουφ! — ένα σουτ σαν φλόγα που γεννιόταν από την ανάσα του.
και δεν ήμασταν μόνο εμείς εκεί σιγά σιγά, σιγά σιγά γινόμασταν μια χορωδία — «αχ αυτός ο γκόμενος με τη μπάλα!» — όσο εκείνος άλλο ένα βήμα πάνω στους γίγαντες των ρούκις σα νερό στις πλάκες του δρόμου. θυμάμαι το Γουέιτσο ν' αστειεύεται πίσω απο το ράφι πως εκείνος η μπάλα του Γουέιντ ήταν μεγαλύτερη απο τη δικιά του μπάλα στο εγκεφαλικό του — κι εμείς όλοι στον δεύτερο όροφο του σπιτιού του άλλου, να γελάμε μέχρι να μας κόψει η ανάσα.
αυτή ήταν η μαγεία εκείνης της εποχής, βλέπεις τώρα πως σβήνουν όλα αυτά σιγά σιγά; μια μπάλα, μια φλόγα, κι εμείς εκεί σα μωρά στη πρώτη τους φορά γιορτής. οπού είναι τώρα εκείνο το αμάξο σκάκι όπου ο Γουέιντ πήγαινε σα ρουντολφ Νουρέγιεφ — ποιος ξέρει; ίσως κάποιοι αγνοούν πως ήταν η στιγμή εκείνη που χαράξαμε μέσα μας πως το νήμα της ομάδας δε σπάει ποτέ όσο υπάρχουν εκείνοι οι άνθρωποι που την κουβαλούν ακόμα σαν αθάνατο τραγούδι.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
ΩΧ ΤΙ ΚΥΝΗΓΙΑΡΟΙ ΓΙΝΟΤΑΝΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΜΕΡΑ!!! 🔥💪😱
Θυμάμαι πώς έκανα ντουλάπα μου στο σπίτι του ξαδέρφου μου στου Ηράκλειο εκείνο το βράδυ — φοβερόί ήταν οι γονείς του βρε που μας άφησαν να φάμε χοτ ντογκ ενώ ο Γουέιντ γκρέμιζε τα πάντα στο Παρκ Λέιν σαν ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ!!! 🔴😤 Τι κουρδιστήστηκε αλήθεια εκείνος ο άνθρωπος πάνω στο παρκέ, σα ντουζίνα πρωτοχρονιές μαζί σφυριγμένες σ' ένα σουτ!!! 🔥
Κι εμείς εκεί κάτω, παίζαμε την ίδια χορωδία με τον ξάδερφό μου σα τρελοί — «ΜΠΑΣΤΑ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΗ!» — γιατί εκείνος κράταγε την μπάλα σα ζωντανή φωτιά!!! Τα παιδιά φώναζαν σα μωρά που τους πήρανε το παιχνίδι και εμείς γελούσαμε μέχρι που πόνεσαν οι κοιλιές μας!!! 💪🤬 Πώς να ξεχάσεις εκείνο το σαββατόβραδο που η ομάδα γινόταν τραγούδι και η μπάλα πετούσε σα σύννεφο πάνω από σένα;;;
Τώρα πάλι σκέφτομαι πόσοι έχασαν αυτήν την σειρά σα μεγάλο θρίαμβο — ΑΛΛΑ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΡΕ!!! Γιατί εμείς τότε ζήσαμε κάτι που ούτε ψυχολογικό στρατάκι δε χωράει!!! Πάντα θα λέγαμε πως εκείνη η εποχή ήταν η εποχή που η καρδιά των Μάτζικ έγινε ΠΑΛΙ ΛΑΣΤΙΧΟ!!! 🔴💪
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
βρε νταντάδες τι στιγμή ήταν εκείνο που ο Γουέιντ έκανε το τρίποντο στο Παρκ Λέιν σαν να κλώτσησε την ζωή κάτω από τα πόδια του; εμένα εκείνο το βράδυ μου κόπηκαν τα πόδια όταν βγήκα βόλτα στη γειτονιά μου στο βόλο σα σαββάτο πρωί — είχε βγει ολόκληρος ο κόσμος με τα καλά του, κάποιοι γέροι σφύριζαν ξερό βλαστήμιο πάνω στους αρουραίους της πλατείας σα μουρμούρα βροχής, κι εγώ στέκω εκεί σα χαραμής στον δρόμο να φωνάζω μαζί τους «μπάστα τον δαίμονα!» κάθε φορά που πήγαινε για σουτ αλλιώς χανόμουν τη μπάλα.
θυμάμαι πως εκείνο το βράδυ στο σπίτι του φίλου μου πάνω στο λόφο, ενώ ο Γουέιντ έκανε τις αερόπλοιες του κι εμείς τρώγαμε ντομάτες ψητές σα πυρσούς στις φτέρνες μας, κάποιος έβαλε ξαφνικά το τραγούδι «shine» των λίμνες τύπου ενός ντοκιμαντέρ για την καλλιτεχνική φωτογραφία — και μέσα σ' εκείνη την ατμόσφαιρα σα μελάνι μέσα στο νερό έγινε ξεκάθαρο πως εκείνος ο άνθρωπος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας ζωγράφος πάνω στο παρκέ που ζωγράφιζε αβρότητα με μπαστούνια φωτιάς.
ποιός ξέρει πόσες φορές ακόμα θα βρισκόμαστε εδώ στα γεράματα σαν χήνες σα μια ουρά φτερών στον ουρανό, όταν η μπάλα μας ξαναπέφτει από τον ουρανό σαν δώρο που λησμονήθηκε στις απόκρημνες γωνίες του χρόνου; εκείνη τη φορά εγώ δεν έκανα τίποτα — άφησα την μπάλα να πέσει σιγά σιγά σα ψίχουλο ζάχαρης πάνω στο δάπεδο του σπιτιού μου κι έμεινα εκεί σα παιδί ντροπαλό που περιμένει το βραβείο του.
Τώρα πού το σκάω σιγά σιγά μέσα στο κεφάλι μου, δεν μπορώ παρά να βγάλω τον εαυτό μου άφωνο. Εκείνες οι ομάδες; Ατέλειωτες μνήμες σαν χρόνια κρασί που όλο γίνεται πιο δυνατό. Κοιτάξτε τώρα αυτές τις Μάτζικ: σαν κάποιος πήρε τον Δουνόκαν Στίβενσον, τον έβαλε στο φούρνο και του κατέβαλαν τα σκόλια — τι άλλο είναι εκεί; Σαν βλέπω τον Πόλ Μπάγιες σήμερα να προσπαθεί σα μωρό που μόλις έμαθε να σέρνεται πάνω στο παρκέ, ενώ τότε ο Γουέιντ έκανε άλματα σα ελατήριο που είχε φάει τρεις καφέδες συνέχεια.
Κι όμως, ας το πούμε κι αλλιώς. Εκείνες τις ομάδες τις ζούσες σα μια οικογένεια που κάθε βράδυ τραγουδούσε από το ίδιο τραγούδι. Εδώ φέτος βλέπεις κάποιους σα πατώντας κουμπιά — ο Σουέντι έρχεται σα άνθρωπος που έκανε δεύτερο ψωμί τη νύχτα, αλλά η μπάλα εκεί που πάει δε βρίσκει τους ανθρώπους της έτσι ούτε στα όνειρά τους. Εκείνες τις σειρές τις σηκώναμε σα ένα σπίτι που στέκει ακόμα μετά τον σεισμό — σήμερα βλέπεις χάσματα σα σπασμένα τζάμια που προσπαθούν να συγκρατήσουν τον αέρα.
Μην αρχίσουμε τώρα — αυτό δε σημαίνει πως η ομάδα χάνει την ψυχή της. Απλά αυτή η εποχή είναι πιο σα συλλογή δεκαετούς μουσικής παρά ένας ζωντανός οργανισμός. Ο Γουέιντ εκείνες τις νύχτες ήταν σα ένας άνθρωπος που είχε την μπάλα σφιχτά σα κουβέρτα την ημέρα του χειμώνα. Σήμερα βλέπω μερικούς σα τυφλοί που ψάχνουν για το δρόμο τους σ' ένα μέρος που το έχουν χάσει εδώ κι χρόνια.
Σίγουρα, υπάρχουν ακόμη εκείνοι οι άνθρωποι στα seats πάνω κάτω στις κερκίδες που φωνάζουν σα τρελοί όταν η ομάδα πηγαίνει κόντρα στο σύμπαν. Αλλά εκείνο το αμάξικο σκάκι όπου ο Γουέιντ έκανε σοφίτες πάνω στους γίγαντες; Εκεί ήταν σα ταινία τρόμου και χορού μαζί — σήμερα βλέπουμε σα κάποιος προσπαθεί να το ξανακάνει με ξύλινα κομμάτια.
xG > συναίσθημα.
τι να πω τώρα αυτά τα νιάτα δεν τα πρόλαβαν καν αυτοί;
εγώ εκείνο το σαββατόβραδο στον Οκτώβρη κάθισα ανάμεσα στον πάγκο των δικών μας σα σκοτωμένος — έξω είχε χιόνι στο βόλο, μέσα είχαμε εκείνον τον σκηνογράφο να βάφει το Παρκ Λέιν με χρώματα που έκαναν τους γίγαντες εκείνους στα μουντατζίδικα ν' ανατριχιάζουν. ο Γουέιντ είχε βγει εκείνο το τρίποντο σα να κλώτσησε μια πόρτα ηρωικού ψιλοπούπουλου — εγώ γύρισα στη γυναίκα μου στο σπίτι και της είπα «ρε πού να'χουν πάει τα χρόνια που χόρευες έτσι στους δρόμους σαν νεράιδα;» εκείνη τότε πήρε μια κούπα γάλα και μου πέταξε «άντε ρε, να πεθάνεις τότε και τώρα ας ζήσουμε».
τώρα βλέπω αυτούς τους απόστρατους αναλυτές να βγάζουν μυαλό σα χιόνι τον Αύγουστο — «η ομάδα έχασε την ψυχή της» λένε σα να πουλιούνται ξένοι στις μπουτίκ του νου. εμένα τι με νοιάζει; εκείνον τον άνθρωπο τον είδα σα φίλο μου σ' εκείνο το σπίτι στο Γκάζι όπου είχαμε γίνει μια οικογένεια των φτωχών. εκείνοι οι παλιοί είχαν κάτι που αυτοί οι νιάτοι το ψάχνουν ακόμα σα έναν θησαυρό που τον έκαναν σκόνη επειδή δεν τον είδαν όταν είχε λάμψη.
θυμάμαι μια φορά που ο Γουέιντ έκανε ένα σουτ σαν λάβα — ένας γέρος πίσω μου είπε «αυτός ο άνθρωπος έχει μέσα του τον ήλιο». εκείνο το βράδυ, όταν οι μεγάλοι σφυρίζανε ψιλοκουτσομούρες στους εχθρούς σαν νερό που σβήνει φωτιά, κατάλαβα πως εκείνη η σειρά ήταν σα τραγούδι χωρίς τέλος. τώρα βλέπω τους άλλους να λένε πως οι Μάτζικ χάνουν — εγώ δεν χάνω τίποτα επειδή εκείνο το τραγούδι μου μένει στο αυτί σα βυσσινόκαρδο στο ποτήρι του κρασιού.
και τι να κάνω; αυτούς τους ανθρώπους τους μεγάλωσα εγώ μέσα μου σα δικά μου παιδιά — τους βλέπω ακόμα στέκεται εκεί σιωπηλοί σαν φύλακες στα όνειρά μου. κάποιος τώρα θα πει πως ο Γουέιντ ήταν τυχερός — εμένα εκείνη η βροχή των τριπόντων μου έκανε δάσκαλο πως η τυχη δεν παίζει ρόλο όταν ο Θεός σου δώσει έναν ζωγράφο πάνω στο παρκέ.
ευτυχώς ακόμα υπάρχουν εκείνοι που τραγουδούν «μπάστα τον δαίμονα» σα να μην τελείωσε η μέρα ποτέ. κι εγώ μαζί τους, επειδή εκείνες τις νύχτες που η μπάλα πετούσε σα δωδεκάχρονος άρχοντας πάνω από την πόλη μου έκανα ένα χρέος: να θυμάμαι πως το όνειρο ζει όσο υπάρχουν εκείνοι που ακόμα κουβαλούνε τη φλόγα σα δάφνινο στεφάνι στον κήπο της ψυχής.
Ρε παιδιά, εκείνο το βράδυ σαν χτες ήρθε στο μυαλό μου όταν είδα τον Ντουέιν Γουέιντ σήμερα σε ένα ντοκιμαντέρ να κάνει αεροβόλτες σα γιαγιά που ψάχνει το γυαλιστερό της στις φωτογραφίες του προγονού. Τι έγινε ρε φίλοι μου; Ο άνθρωπος εκείνος ήταν σα ζωντανός θρύλος που γυρνάει μέσα στα βίντεο σα ταινία του Αλφόνσο Κουαρόν που έχει πάθει γλοιώδεις τραυματισμούς!
Ακούστε εμένα τώρα: η σειρά του 2009 ήταν σα χριστουγεννιάτικο ηλιοτρόπιο — λαμπρή αλλά κάπως φρικτή σα εκείνες τις στολές των γιαγιάδων μας όταν βγάζανε τις φωτογραφίες στις 25 Δεκεμβρίου. Ο Γουέιντ τότε είχε βάλει στόχο όχι μόνον τους γίγαντες των Ράπτορς σα μανιακός ζωγράφος που προσθέτει ακόμη μια μπογιά στην εικόνα, αλλά και την ίδια την λογική του μπάσκετ. Θυμάμαι εκείνον τον αγώνα όπου έκανε τρία τρίποντα στη σειρά σα κάποιος που βάζει τρία κεράκια στην τούρτα επειδή ξέχασε ότι σήμερα δεν είναι γενέθλια.
Κι όμως, ας είμαστε ειλικρινείς εδώ: όταν βλέπω τον Γουέιντ σήμερα να κάνει έναν ακόμη αεροπλανό στο γήπεδο των Λέικερς σα γέρος πικνίκ στο πάρκο, καταλαβαίνω πως εκείνο το κακό εκείνο το σαββατόβραδο ήταν σα ένα όνειρο που κάποιος το έκανε μπουγιουρντί στον καθρέφτη της πραγματικότητας. Τα νιάτα εκείνον τους έκαναν άλματα σα τσούχτρες σε ζεστή σόμπα, σήμερα βλέπω μισούς νέους σα ψύλλοι στους ζόρικους σεισμούς — άλλο αθλητισμός, άλλο τσίρκο!
Μην αρχίσουμε τώρα γιατί εγώ θυμάμαι πόσοι από εμάς εκείνο το βράδυ φωνάζαμε σαν μωρά που τους έκλεψαν το γάλα ενώ ο Γουέιντ έκανε σουτ σα μαύρος φύλακας στην κορυφή ενός οικοπέδου. Αυτοί οι ίδιοι σήμερα φωνάζουν για πέντε φίλους και τρία γκολ στο pre-season! Τι έγινε εκεί; Πού πήγε εκείνο το σαββατόβραδο που η μπάλα έφτανε σα αστέρι μέσα από το φεγγίτη του Παρκ Λέιν;
Κι όμως, δεν λέω να ρίξω λάσπη στον Γουέιντ — αυτός ο άνθρωπος ήταν σα τυφλό που κατάλαβε πρώτος πως το σκοτάδι κρύβει χρώματα. Απλά ας μην γινόμαστε γλάροι όλοι μαζί τραγουδώντας πάνω στο πτώμα εκείνου του αγώνα σα καναρίνια στο κλουβί του παρελθόντος. Εκείνο το βράδυ ήταν σα στιγμή που κάναμε ένα φλέρτ με το ιδανικό της ομάδας — σήμερα βλέπουμε σα κάποιος προσπαθεί να ξαναφτιάξει εκείνο το φλέρτ πάνω στο κινητό του σα βαρετή ταινία TikTok.
Κλείνοντας — εγώ εκείνο το βράδυ έπαιζα μπάσκετ σαν λύκος που κυνηγάει το φεγγάρι σα τρελός. Σήμερα βλέπω σα κάποιοι προσπαθούν να κάνουν παρκέ με ξύλα από το Βέλγιο επειδή ξέχασαν πως ο Γουέιντ δεν χρειαζόταν παρκέ — του έφτανε η ψυχή του σα γυναίκα που βρίσκει το δρόμο σπίτι της χωρίς GPS!
xG > συναίσθημα.
Ρε παιδιά σκαλούφια αμάν!
Εγώ εκείνο το βράδυ στο σπίτι του θείου μου στον Άγιο Ιωάννη στις γήινες αγγελίες δεν πείραξα τίποτα — μόνο έκλεισα τα μάτια μου καθώς ο Γουέιντ έκανε το τρίποντο σα Θεός που ανοίγει τον ουρανό για να δώσει εισιτήριο στην ομάδα στα ημιτελικά.
Αλλά όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου δεν υπήρχε πια οικογένεια εκεί, μόνο οι γάτες του σπιτιού είχαν φάει όλο το ψωμί και ο ξάδερφος μου είχε βάλει αναμνήσεις από το youtube σα soundtrack σε ταινία τρόμου.
Τι έγινε εκεί; Πού πήγε εκείνο το σαββατόβραδο όπου εγώ έκανα ντουλάπα μου σα τραγουδιστής της όπερας;
Κι όμως, σήμερα βλέπω πως όλα πήγαν πολύ καλά επειδή εκείνη η μπάλα έφυγε σα δορυφόρος χωρίς πυξίδα — προς το παρόν βρίσκεται κάπου στο Λος Άντζελες ντύνοντας τον δρόμο σα ζητιάνος ενώ εμείς εδώ ψάχνουμε το τελευταίο σουτ στο κουτί των αναμνήσεων 🤣🔥🍿
κριτατε και εσυ εδω; κράτα μου την μπύρα;
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿