Ποιος θυμάται ακόμα πώς γινόταν το "εντάξει, αυτή τη φορά το γκρεμίζουμε" όταν ο…
θυμάμαι όταν στο 2006, η ομάδα είχε ξεμυαλιστεί σαν τρελή στο euroleague και ο Σλότερ κι ο Παπαδόπουλος έκαναν τόσους πόντους όσοι όλοι μαζί οι άλλοι τότε...
μπορεί κάποιοι να λένε πως "τα παλιά τα χρόνια ήταν άλλα", αλλά τότε δεν σου φαινόταν πώς έγινε τόσο δυνατό εκείνο το αίσθημα πως ο ουρανός ήταν δικός τους—κι όμως, εκεί πέσαν πάνω στην μπάλα σαν του χριστουγέννα γλέντι, αγνάντεψα τον Πρίντεζη στον τελικό της ισπανίας να σου κάνει ένα 3+1 πάνω στον Ναβάρο κι εσύ νόμισες πως βλέπεις φάντασμα.
τίποτε άλλο εκείνες τις στιγμές, κανένας υπολογισμός... μόνον η φλόγα που σου έκαιγε τα σωθικά. κι όταν λέω πως "τις φωνάζαμε όλες αυτές τις ομάδες", ξέρεις πως λένε πως το αμάρτημά μας ήταν γλυκό όχι γιατί ξεχνάμε, αλλά γιατί τουλάχιστον τώρα που δεν υπάρχουν πια τέτοιες νύχτες ξέρουμε τι χάσαμε.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Άντε ρε Παναγιώτη.. είμαι σίγουρος πως αυτή η φλόγα δε σβήνει ποτέ 🔥💪!!! Εκείνες οι νύχτες σαν εκείνη η βραδιά στο Σπόρτινγκ, όταν ο Πρίντεζης ξεσήκωσε όλο το Σταύρο το Βάραγγου σαν να 'ταν στο δικό του σπίτι! Αυτό το τίποτα να μη μιλήσει κανείς, εμείς θυμόμαστε πως όταν εκείνος έπιανε την μπάλα ήταν σαν να ανάβουν όλα τα λάβαρα σπίθες 🔴⚡!!!
Και τα παράπονά μας; Αμάρτυρο γλυκό δε λέω άλλο, γιατί κάθε φορά που λέγαμε "τώρα πέφτουμε" εκείνος έφτιαχνε μια στιγμή έτσι ξαφνικά που σου έκοβε την ανάσα!! Πάμε να ξαναζήσουμε κάτι τέτοιο αλλιώς πώς ζούμε;;; Μαζί μέχρι τέλους!!!
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
βρε αδέρφια, αυτά που λέτε με φέρνουν στο νου μια άλλη στιγμή σαν τρελή — όχι εκείνο το βράδυ, πιο πριν, όταν ο Λι καλλιτέχνης έκανε μια πάσα τόσο ψηλή στο Πρίντεζη σαν να του πετούσε ένα αστέρι από την αγορά της Ρόδου όταν ακόμη ήταν Μπουγιουκλής.
θυμάμαι τον Πρίντεζη εκείνο το καλοκαίρι στο τοπικό πρωτάθλημα — όχι ελίτ, μην σας πιάνει φόβος, κανονικό χωριάτικο γήπεδο στου Κεχριάνικα, με πλάκες κομμένες σαν μωρό και νερό στη μέση. εκείνος πήρε την μπάλα, γύρισε τρεις-τέσσερις αντιπάλους σαν να ήταν στύλοι από ξύλο, έριξε ένα σουτ κι αυτός μέσα; όχι, έκανε μια κίνηση σαν χορευτής του χορού του πυραύλου πάνω στη μουσική που άκουγες από κάποιο αυθόρμητο πλαστικό πικάπ εκεί γύρω.
κι όταν τελείωσε η φάση εκείνοι οι γέροι στη ρόδα τους έπαιξαν την καρδιά τους σαν μπάσο — "αυτός ο γιος του δάσους κάνει ό,τι θέλει" ψιθύριζαν οι παππούδες κουνώντας τα κεφάλια τους σα ν' ανάβανε τσιγάρο σβήσιμος από μεγάλη συγκίνηση. εκείνες τις στιγμές δεν ξέραμε για "αμάρτυρο γλυκό" — ξέραμε πως όταν ένας άνθρωπος έχει μπάλα στα χέρια του, η μπάλα γίνεται κουρδιστό παιδί που χορεύει μόνη της στους αιθέρες.
τέλος πάντως, θα δούμε; γιατί αυτές οι νύχτες δεν ξαναφτιάχνονται εύκολα...
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Θυμάμαι πώς ήμουν σήμερα το πρωί, στέκοντας στη βιτρίνα ενός εμπορικού καταστήματος στην πλατεία του Σταυρού κάνοντας πως ψάχνω κάτι στα ράφια κι έβγαινα έκπληκτος που τελικά δεν είχα τίποτα να ψάξω — κι εκείνες τις εποχές ο Ολυμπιακός ήταν κάπως έτσι μέσα στο μυαλό μου. Ήταν εκεί, ζωντανός σαν κάτι που κυκλοφορεί χωρίς να το σηκώνεις βλέμμα, σαν εκείνα τα μαγαζιά που ξέρεις ότι υπάρχουν για χρόνια ακόμα κι όταν εσύ βιάζεσαι.
Όμως εκείνες οι ομάδες είχαν κάτι σαν αυτή τη βιτρίνα: στέκονταν εκεί σαν θηριοτροφείο χωρίς λέαινα, όλοι γύρω τους προσπαθούσαν να δουν μέσα από το γυαλί τι κάνουν εκείνοι μόνοι τους — κι εκείνοι όμως έκαναν τέτοιες κινήσεις που σου έκοβαν την ανάσα. Σήμερα βλέπεις έναν Ολυμπιακό που παίζει, στέλνει μία πάσα που ακούς μετά στις επαναλήψεις σαν μουσική χωρίς στίχο, περίμενε τους αντίπαλους να κοιτάξουν αριστερά κι έδωσε δεξιά. Την εποχή εκείνη όμως έκανε κάτι που δεν μπορούσες ούτε να προβλέψεις: σουρτούφιζε τρεις-τέσσερις σαν το φύλλο στον άνεμο, η μπάλα σαν κολλημένη πάνω στο δάχτυλό του κι εσύ νόμιζες πως ξέρεις πως αυτή η φάση πρόκειται να τελειώσει άσχημα — μέχρι εκείνος να την αφήσει εκεί πίσω από τη πλάτη του. Την άλλη στιγμή έκανες ένα βήμα να σηκωθείς κι εκεί βρισκόσουν ήδη δύο τρία βήματα πιο μπροστά χάνοντας την μπάλα — όχι, αυτή συνέχιζε να κυλάει σαν χορός πάνω στον αέρα.
Κι αυτό ήταν και το παράδοξο μαζί της: σου δημιουργούσε τόσο δυνατές προσδοκίες που όταν τελικά συνέβαινε κάτι φοβερό σου φαινόταν σαν λύτρωση κι όχι σαν αποτυχία. Εκείνες οι ομάδες είχαν μία ικανότητα σαν κάποιος που σου υπόσχεται ένα μεγάλο τραπέζι γιορτής μετά από ημέρες νηστείας — κι όταν τελικά καθόμουν να φάω, έβρισκα το πιάτο γεμάτο πράγματα που δεν περίμενα καν. Η σημερινή ομάδα έχει πολλά καλά κομμάτια, όμως εκείνο το αίσθημα του "τώρα θα μας δείξουν πώς γίνεται" λείπει σαν γλυκό που ξεχνάς να βάλεις στο ψυγείο. Εκεί τότε σου έλεγες "θα πάθουμε πάλι", πέφτοντας μάλιστα σαν αμάρτυρο γλυκό — σήμερα όμως σου φαίνεται πως πρέπει πρώτα να κάνεις μία συμφωνία μαζί σου πως "θα είναι έτσι κι αλλιώς μια γλυκιά μέρα" πριν αρχίσεις να βλέπεις φως στο τούνελ.
Κι όμως, εκείνες οι ομάδες είχαν κάτι ακόμα: έκαναν τόσο δυνατές τις ιαχές σου που όταν τελείωνε το παιχνίδι βρίσκεσαι πάλι εκεί, στους διαδρόμους των γραφείων, στους δρόμους γυρίζοντας σπίτι σα να νόμιζες ότι ζήτησες περισσότερο χρόνο εκεί — σαν εκείνες τις φορές που στέκεσαι στον προαύλιο χώρο ενός μαγαζιού όταν τελειώνει η ημέρα κι αρχίζει η μουσική της επόμενης. Σήμερα βλέπεις έναν Ολυμπιακό που μπορεί να κάνει ότι κάνουν όλες οι ομάδες — όμως εκείνες έκαναν κάτι που έκανε ακόμη και τους πιο διστακτικούς να νιώσουν σαν να γνώριζαν ένα μυστικό πώς πρέπει να γίνει το θέατρο του μπάσκετ. Εκείνες οι ομάδες είχαν κάτι σαν αυτό το φαγητό που μόλις το δοκιμάσεις σου θυμίζει όλες τις προηγούμενες φορές που το είχες φάει χωρίς να σκεφτείς ότι κάποια στιγμή θα τελείωνε.
Κι ας ήταν εκείνος ο Πρίντεζης εκείνος που έκανες λόγο εκεί πάνω, σαν μία κουκουβάγια που προφήτευε από ένα δέντρο στη μέση ενός χωριού όπου όλοι αναγνώριζαν τη φωνή του — εκείνος ήταν μία ένδειξη για όλους μας πως το μπάσκετ δεν ήταν μόνο ένας αγώνας αριθμητικών σχέσεων πάνω σε ένα παρκέ. Ήταν μία τέχνη όπου κάποιοι ξαφνικά είχαν στην κατοχή τους μία μπάλα κι έκαναν ότι ήθελαν εκείνη την εποχή. Σήμερα υπάρχουν αρκετοί που μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα με την μπάλα, όμως λίγοι μπορούν να την κάνουν να χορέψει εκείνη την ίδια μουσική που έπαιζαν εκείνοι.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
Ρε φίλοι μου, βρε τι αναμνήσεις ξεσήκωσαν αυτά εδώ... 🤣🔥
Εμένα να μου πείτε πως ο Πρίντεζης εκεί στα Κεχριάνικα έκανε σουτ κι άκουγες τον ήχο της μπάλας σαν κάποιος να σπάει μια πλάκα μαρμάρου πάνω στο μεταλλικό στεφάνι! 🍿💥
Κι εγώ εκεί κάτω στην αποθήκη μου κρατώντας τη μπύρα 🍺 (γι' αυτό είμαι εδώ ρε!) όταν μου 'φτανε η φήμη πως ο μικρός έκανε τους γέρους στο χωριό να σηκωθούν όρθιοι σα μπουζούκια που δέχονται ακόμα ένα γκλίτσα... 🤣
Κι αλήθεια ρε, τότε νόμιζα πως ο ουρανός ήταν ζώνη κρούσης μόνο για αυτούς του Ολυμπιακού — μέχρι που κατάλαβα πως εκείνοι ήταν αυτοί που κουβάλαγαν τον ουρανό σπίτι τους γιατί ήταν δικός τους σα δάσος χωρίς κανέναν κηφήνα! 🌳⚡
Μετά λοιπόν; Ας τους περιμένουμε λιγάκι αυτά τα χρόνια... όσοι το 'χουν ξεχάσει ας βγουν μια βόλτα στους δρόμους της πόλης όταν τελειώσει ο αγώνας — εκείνες τις νύχτες η ατμόσφαιρα είχε κάτι από μαγικό γλυκό... αμάρτυρο σίγουρα, μα γλυκό όσο καμία άλλη! 🎂🔥
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿