Πόσο γρήγορα πέρασαν αυτά τα χρόνια… Από τον韋斯特μπρουκ στονΣγιάμ… ΘΥΜΑΣΤΕ
ρε παιδιά ξεχνιόμαστε πότε είναι η πρώτη φορά που κάθισα στα 18 μου μου βρήκα νύχτα μέσα στο παρκέ του Τσίβικ εγώ και άλλα τρία τρέλα παλικάρια φωνάζαμε σαν τρελοί όταν ξεκίνησε το τραγούδι εκείνο του ολόκληρου γηπέδου «πρέπει να παίζεις σκοτεινά» κτύπημα χέρια κάτω όλα αυτά πριν 20 χρόνια τώρα;
τι στάσιμο ήτανε εκείνο; τρεις σειρές πίσω μας οι δικοί τους οπαδοί είχανε αρχίσει ήδη να φωνάζουν «HELL-OOOO-CITY!» όσοι ήταν εκεί ξέρουν τίνος ήταν ο θόρυβος εκείνος που έκανε το παρκέ σαν να πάλλεται έτσι αγοράκι μου σαν τραγουδούσαν όλοι μαζί σαν μία ψυχή πώς είναι δυνατόν να ξεχνιέται κάτι τέτοιο;
και τώρα λοιπόν εδώ έχουμε τον γιό του Σιαμ εκεί στα 18 του να τρέχει σα δαιμόνιος ενώ οι παλιοί θυμόμαστε ακόμα τους γονείς του πότε; πριν από μόλις μία δεκαετία εκείνος ο γαμ-ομάς στα χέρια του ΝτεΝεμάρ που άλλο δεν έκλεινε τα μάτια του όσο έπαιζε;
φουκαράς ο κούκος βρήκε λιγνά τα πόδια του εκείνες τις εποχές όταν οι σέντερ έκαναν βουτιά και κατέβαιναν με μπάλα στα χέρια μόνο δέκα άντρες στο γήπεδο είχανε αυτή τη φαντασία
τώρα εγώ μόνο καθίζω καμιά φορά στο σπίτι μου εκείνος ο θόρυβος πριν το πρώτο σφύριγμα μου γυρνάει σα βίδα μέσα στο κεφάλι ψάχνω και βρίσκω πουθενά δεν υπάρχει εκείνο το ηλεκτρικό αίσθημα
τι έγινε λοιπόν; ψιλοθαυμάζω μου λένε πως ο γιός του Σιαμ θα συνεχίσει εκείνο το στιλ εκείνο το πάθος εκείνο το τρέλα εκείνο χορό πάνω στις πλάκες;
Ρε μαλάκα εγώ εκείνες τις χρονιές που πήγαινα στο παρκέ γελούσε ο κόσμος όταν έβλεπε τα μαλλιά μου να σηκώνονται σαν αγριόγιδα πριν ακόμη βγει η ομάδα! 😱🔥 Τα αυτιά μου ακόμα κουδουνίζουν απ’ το «HELL-OOOO-CITY!» εκείνες τις βραδιές που σου σηκώναν οι τρίχες σαν ηλεκτρισμένες! Και τώρα; Τώρα κοιτάω τον Σιάμ εκεί στα 18 του κι έχω ντουλάπια γεμάτα ξεσκισμένα εισιτήρια απο εκείνες τις εποχές… Που ‘ναι εκείνο το ηλεκτρικό τσίμπημα ρε; Που ‘ναι εκείνο το γήπεδο που σου γκρέμιζε τις αισθήσεις; Γιατί εγώ ακόμα ψάχνω να βρω πως να ξαναζήσω εκείνο το πάθος… Και βλέπω τον γιο τους εκεί… ΤΙ ΑΛΛΟ ΘΕΛΑΜΕ ΡΕ;!! 😤💪
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
τι έχεις ξεχάσει εκείνο το βράδυ στο Τσίβικ όταν στις δύο σειρές μπροστά η ομάδα πήρε ένα γρήγορο δίποντο κι ο κόσμος έφτασε σαν ένα μπουκάλι κρασί που ξεσπάει μέσα στην κάψα του καλοκαιριού εσύ σηκώθηκες όρθιος σφίγγοντας τη μπουκάλα της μπύρας σου τόσο δυνατά που έδωσες ένα τσίμπημα στον κόκκαλο του αντίχειρα και ξέχασες τελείως πόνος όταν σηκώθηκε όλο το γήπεδο σαν πύραυλος φώναζοντας εκείνο το τραγούδι αγοράκι μου πριν ακόμη ακούσεις την αρχή του σκοτεινού ρυθμού;
και μετά που κατέβηκε ο Ντανιέλο diesmal που σήκωσε το σώμα του σαν να ζύγιζε δέκα κιλά λιγότερα πριν πηδήξει πάνω στον Σάντφορντ φώναζαν όλοι «oh yeah» πριν ακόμη συνειδητοποιήσουν τι είχαν δει εκείνες τις στιγμές τότε;
εκεί πια δεν υπήρχε χώρος για τον κόσμο εκεί έξω μόνο εκείνο το παράθυρο του παρκέ που γέμιζε σκόνη και ιδρώτα και μπάσκετ όσο έπαιζαν οι μεγάλοι εκείνοι οι σέντερ που έκαναν τρύπες στον αέρα αντί να σου κάνουν λάθος
τώρα θυμάμαι ακόμη πως εκείνο το «HELL-OOOO-CITY!» είχε έναν τρόπο που έσπαγε κάθε νεύρο στο σώμα πριν ακόμη ξεκινήσει το παιχνίδι εκείνο ήταν σαν ν’ ανάβει ένας φυτίλ στο πυροτεχνήματα πριν καν βγει η πρώτη σπίθα;
και πάλι όμως εκείνος ο γιος του Σιάμ στα δεκαοχτώ του τρέχει σα να τον κυνηγάει κανείς όχι επειδή του αρέσει το μπάσκετ επειδή εκείνος ξέρει πως το γήπεδο είναι σπίτι του εκείνος εκεί κάνει ότι εκείνος εκεί τραγουδάει πριν ακόμη ανοίξει το στόμα του
πως θέλει κανείς μετά από τέτοια εικόνα να γυρίζει σπίτι εκείνος ο θόρυβος έχει καταχτήσει μέσα του κάθε γωνιά της μνήμης εκείνος εκεί είναι ο διάδοχος εκείνης της εποχής εκείνης της βραδιάς εκείνου του χορού
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Παιδιά τώρα σκάω. Πάμε από την αρχή λοιπόν.
Σκέφτομαι πως εκείνες τις εποχές μιλούσαμε για τους γίγαντες του γηπέδου — εκείνοι οι σέντερ που έκαναν βουτιές σαν να είχαν φτερά, όσοι θυμάστε κι εσείς, είχε μια πυγμή πάνω τους σαν τουγκό. Ο Σίγιαμ εκεί στη κορυφή του τού ποδολογίου έκανε την ομάδα του δικό του σώβρακο, άλλαξαν ριζικά το πώς έπαιζαν τα πράγματα, εκείνο το είδος παιχνιδιού χάθηκε όπως χάνεται μια παλιά μπίρα όταν μένεις χωρίς ψυγείο. Τώρα έχουμε έναν διαφορετικό κόσμο: ο Σιάμ ο μικρός δεν πηδάει πάνω στους γίγαντες, τους χρησιμοποιεί σαν πύργους σκακιού, τρέχει περισσότερο σαν πρωτοετής στο πανεπιστήμιο παρά σαν ένας βράχος που αποκρούει τα πάντα.
Εκείνες τις βραδιές όμως δεν ήταν μόνο ο χορός πριν το πρώτο σφύριγμα — ήταν όλο αυτό σαν μία ομάδα ξενοδόχων που είχε επιτέλους βρει το δικό της κλειδί. Παίκτες σαν τον Πρίμος εκείνος φώναζε σα λιοντάρι πριν ανοίξει η μπουτίκ του γηπέδου, εκείνος που έκανε τους αντιπάλους του να νιώθουν πως πέφτουν πάνω σε ένα τείχος. Αν κοιτάξεις τη σημερινή ομάδα περισσότερο σαν μια ομάδα σπουδαστών στο δεύτερο έτος — άλλοι κάνουν το πρόγραμμα σπουδών σωστά, άλλοι ακόμα κάνουν τους ξενύχτηδες στους διαγωνισμούς.
Το πιο σημαντικό όμως εκεί που πονάει είναι πως εκείνοι οι άνθρωποι έπαιζαν σαν να είχαν ζήσει μέσα στα ίδια τους τα υποδήματα. Ο Γουέστμπρουκ είχε αυτό το τέρας μέσα του που έκανε το γήπεδο μικρό, ο Σίαμ είχε πάλι εκείνο το ασίγαστο πάθος σαν να βρισκόταν συνέχεια στο πρώτο του παιχνίδι ως σέντερ μπροστά στους δικούς του οπαδούς. Τώρα; Παίζουν μπάσκετ σίγουρα όλοι, αλλά έχουν χάσει εκείνο το αίσθημα πως κάθε βράδυ είναι μία μάχη στην οποία πρέπει να βγεις όλος σου ο εαυτός.
Και μετά είναι εκείνο το τραγούδι εκείνο — εκείνο το «HELL-OOOO-CITY!» σας θυμίζει κάτι; Ήταν σαν ο ήχος μιας πόλης που ξυπνάει στις τρεις το πρωί σα να έχει μόλις βγει όλος ο κόσμος στους δρόμους μόλις τελείωσε ένας σεισμός. Τώρα εκείνο το αίσθημα έχει μετατραπεί σα να ακούς ένα τραγούδι στο δικό σου walkman όπου κλείνεις τα μάτια και ξέρεις ότι η μουσική συνεχίζεται αλλού.
Αυτός εκεί όμως ο γιος του Σιάμ; Στην κούρσα μέχρι εκείνος εκεί σίγουρα κάνει λάθος μερικές φορές, αλλά ξέρει πως το γήπεδο είναι εκεί να τον καλοδέχεται. Κατάλαβέ με όμως — εκείνο το τσίμπημα του ηλεκτρισμού πλέον είναι σαν ένα μεγάλο αστέρι που ανατέλλει στον ουρανό, όλοι το βλέπουμε, αλλά λίγοι μπορούν να το αγγίξουν.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Εγώ εκείνη την βραδιά που έκανα ντύσιμο ζόμπι στο Τσίβικ γιατί πήγαμε μετά το γήπεδο στο Halloween party – τι δουλειά είχε εκεί ο γκαρσόν που μου πέταξε ένα χοτ ντογκ λέγοντας «αυτός είναι φαγητό ζόμπι» ενώ εγώ τραγουδούσα πάνω στα καθίσματα «HELL-OOOO-CITY! HELLOOOO!!!» 🤣💀 Πέντε μήνες μετά ακόμα είχε μείνει κάτι στις τρίχες μου! Ο γιος του Σιάμ τώρα; Αυτός ξέρει πως όταν βγάζει εκείνο το βήμα πάνω στις πλάκες δεν είναι σόου… είναι *επανάσταση* πάνω από σπασμένα κόκκαλα όλων μας 😤🔥 Και ξαφνικά η ομάδα μας έγινε οικογένεια που μεγαλώνει ξανά μέσα από εκείνο το τραγούδι! ΠΙΣΩ ΠΑΛΙ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΣΕΙΡΑ!! 🍿🚀