Από τους πλάτωνες του κλειστού ως τις κορυφές του συμπλέγματος… τι μένει; Μας έμεινες!
τι θυμάμαι εκείνο το βράδυ του Ιουνίου του 2000 στο ερτζιέιε, όταν ο τιτον κι ο σμίθ κινήθηκαν σαν τον αέρα; όλες οι πόρτες άνοιξαν μπροστά τους και η μπίλιας ταξίδευε πάνω στη βιτρίνα σαν κάτι ξέφρενο — θυμάμαι τον κίτρινο νούμερο μου στο φόρεμα και πως τρέχαμε όλοι σαν τρελοί στους δρόμους πριν ακόμη κλείσει το γήπεδο… τρία χρόνια αργότερα, εκείνος ο βράδος στο πικ κακ'σιν στο θέατρο των ονείρων μας έγιναν σκόνη μέσα στο τέλος της τρίτης περιόδου.
τώρα κάθε φορά που κοιτάω το τμήμα εκείνων των αγώνων κλείνω μισό μάτι κι αναπολώ: εκείνον τον αντίχειρα του αργκουίντας που σηκώθηκε στον αέρα σα σήμα κινδύνου, τις φωνές από το λόκβιγκωθ που έφταναν ως την άλλη πλευρά του ωκεανού, τις μπουκάλες σαμπάνιας που έσκαγαν σαν πυροτεχνήματα στους διαδρόμους του ιστόρια… και μετά σκάει αυτό το φλασμπάκ του 2004, εκείνου του βράδου στο παρκέ της νέας γιόρκης όπου οι μεγάλοι μπήκαν σιγά σιγά στο κλουβί σαν πρόβατα, χωρίς να καταλάβουν πως οι οχτώ ήτανε πάντα εκεί, να ξέρουν πως η πόλη έχει μια μνήμη που δεν ξεχνάει τον παλμό της αλήθειας.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
"Πω πω ρε συ!!!! εμένα εκείνος ο αργουίντας στα 39.9 βρήκα κολλημένος στην οθόνη σα στοιχειωμένος μετά τις δώδεκα τα ξημερώματα!!!!
στο παν/σπορ κάποιους φίλους τους έκανε παρέα μια μπουκάλα τσίπουρο και εγώ έγκατσα εκεί σα ζητιάνος νούμερου ώστε να νιώσω ξανά το σοκ του τελευταίου δευτερόλεπτου!!! βλέποντας τον αντιγραφέα να σηκώνει εκείνον τον αντίχειρα σαν την απελευθέρωση μιας ολόκληρης γενιάς… τι άλλαξαν όλα μετά;;; τίποτα! γιατί εδώ μέσα ακόμα ο δρόμος λέει ότι το παρκέ έχει έναν τύπο: "εγώ".
και μετά το 2004;;; γελάω μόνος μου!!! βρε είχε λιγάκι παράλογο εκείνον τον κόσμο στο παρκέ... σαν να είχαν ξεχάσει ότι η πόλη τους έχει ιστορία ΑΛΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ!!! οι μεγάλοι αυτοί;;;; κουκούλες!!! εμείς;;;; μνήμες που μεγαλώνουν σα τραύματα!!!!
(και βέβαια όταν το δήλωσαν ότι η παρκέ εκείνης της βραδιάς δεν ήταν για εμάς… εγώ έκλεινα τα μάτια κι έβγαζα αυτά τα τραγούδια από κει::: "THE DREAM TEAM NEVER LEFT NEW YORK!!!" 🔥💛)
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
θυμάμαι εκείνο το βράδυ στο σινεμά του Ρόδου που είχαν βάλει τον τελικό των πλέι-οφ 2000, αυτό το γηπεδάκι της μικρής οθόνης γέμισε κόσμο σα στάδιο, θυμάμαι πως καθόμασταν όλους στριμωγμένους εκεί στην τελευταία σειρά του καθίσματος κι η μυρωδιά του μπουγιάτικου pop corn ανακατευόταν με τον ιδρώτα των φαν… γιατί όταν σου στέλνει ο αργκουίντας εκείνο το σουτ στον πηχά στο τέλος, όταν βλέπεις τον τιτον σα ζευγάρι νύχι-σάρκα να κινείται πάνω στο παρκέ σα μια δύναμη της φύσης — τότε καταλαβαίνεις ότι το μπάσκετ δεν είναι άθλημα, είναι κάτι άλλο.
και μετά σου λέω γιατί εκείνο το βράδυ του ιούνη ήταν διαφορετικό από όλα: είχε μια ξεχωριστή γεύση η ατμόσφαιρα σα να ζεις μέσα σε ένα κινηματογραφικό φιλμ. ο παλμός της πόλης όμως ξέχασε αυτό το κλίμα γρήγορα… μέχρι που εμείς θυμόμαστε τα πάντα. επειδή εδώ μέσα, στους δρόμους αυτού του νησιού, ξέρουμε καλά πως κάποια πράγματα δεν γράφονται μόνο στα νούμερα αλλά ζουν μέσα στους τοίχους. ακούς τις κουβέντες στους σκαφίδες τις παρέες του Μανδράκι; εκεί λένε την ιστορία χωρίς μετρήσεις — εκεί λένε πως την επόμενη μέρα βρέθηκε ένας φαν με ένα κίτρινο φανέλα σφιχτά στο κορμί να σέρνει κάμποσους φίλους στο λιμάνι γιατί «τώρα πιάσανε τη χαρά εκείνης της νύχτας».
και μετά έρχεται αυτό το χτύπημα του καλοκαιριού του 2004 σα κρύο ντους — εκείνο το βράδυ που όσοι είχαν ξυπνήσει ξέρονταν πως κάτι είχε χαλάσει σαν σκοτεινή πρόβλεψη. δεν μου έμεινε τίποτα πια εκείνο το καλοκαίρι παρά μόνο η ανάμνηση πως κάποιοι μεγάλοι αποφάσισαν πως μπορούσαν να περιφρονήσουν εκείνον τον αέρα που φυσούσε από την άλλιουορκ σα δεύτερη μνήμη… όμως εμείς ξέραμε πως η πόλη γράφει την ιστορία της πάνω στο τραπέζι των γεγονότων όχι στο παρκέ ενός γηπέδου.
τώρα πάλι κοιτάω εκείνες τις εποχές και νιώθω πως κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ: εκείνος ο αργκουίντας σηκώνει πάλι το χέρι του σα σήμα κινδύνου και οι φωνές από τους δρόμους του νησιού μας φτάνουν όσο εκείνες έφταναν στις άλλες άκρες της γης… πιστεύω πως τελικά ο τίτλος δεν πήγε πουθενά — κατοίκησε εκεί, στο κέντρο εκείνου του παρκέ σαν ανάσα ζεστή ανάμεσα στους γύψινους τοίχους ενός παλιού γηπέδου. τέλος πάντων, θα δούμε;
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Άιντε τώρα ρε παιδιά, σταθήκατε ξανά στις χαραμάδες εκείνης της βραδιάς που τα χρόνια γινόντουσαν αφορμή για θύμισμα! Αυτή η ομάδα εκείνης της εποχής ήταν σαν δέντρο βαθιά σφηνωμένο στο χώμα — ρίζες φτιαγμένες από αυτόφωτες στιγμές στο παρκέ, κορμοί δυνατοί σα τις μνήμες σας, κλαδιά που έφταναν ως εκεί πάνω που αγγίζατε τον ουρανό με τα δάχτυλά σας. Κάθε βήμα του αργκουίντας ήταν σαν νόμος της φύσης· ο τιτον σου έκοβε αέρα και χώρο όπως ένας βασιλιάς σέρνει την σιδερόφραχτη πύλη μιας πόλης που δεν παραδίδεται. Την εποχή εκείνη το μπάσκετ ήταν κάτι σπουδαιοπρεπές — σα μουσική κλασική που δεν ξεθωριάζει.
Η ομάδα σήμερα; Κάτι διαφορετικό βγαίνει. Περνάμε μια περίοδο όπου όλα μοιάζουν οργανωμένα σαν επιχείρηση επιτυχημένη: άλλοτε είναι επικεντρωμένοι σα στρατηγικός χάρτης, άλλοτε φλέγονται γρήγορα σα φωτιά που σβήνει χωρίς να αφήσει στάχτη. Έχουμε άλλα χρώματα στις φανέλες, άλλους πρωταγωνιστές στις εικόνες μας — όμως αισθάνομαι πως λείπει εκείνο το τίποτα στιγμές πριν κάτι γίνει πια ιερογλυφικό. Σήμερα υπάρχουν φωτογραφίες και βίντεο ολοζώντανοι στιγμιοτύποι, αλλά αυτές οι μνήμες ζούνε περισσότερο μέσα στις συζητήσεις παρά στους τοίχους του γηπέδου.
Σκεφτείτε το έτσι: εκείνες τις εποχές κέρδιζαν πρωταθλήματα σαν να ήταν γράμματα σε βιβλίο ιστορίας που αργά ή γρήγορα κανείς δεν ξεχνά. Η ομάδα των ημερών μας κερδίζει σα χρηματιστηριακή αγορά — όταν κερδίζει, κάποιοι μένουν χαρούμενοι για λίγη ώρα, όταν χάνει, ξεχνιούνται γρήγορα. Οι πόρτες εκείνης της εποχής άνοιγαν πάντα σα έκφραση λυτρώσεων· σήμερα μερικές φορές φαίνονται σα υπηρεσίες ενός οργανισμού που προσφέρει γρήγορη ψυχαγωγία.
Εσείς όμως τι λέτε; Εσείς ακόμα εκεί στέκεστε στον δρόμο σας στο Μανδράκι, εκεί όπου οι ιστορίες μεγαλώνουν σα φυτά αγκαθωτά; Γιατί εμένα μου φαίνεται πως η πόλη γράφει ακόμα την ιστορία της πάνω στα τραπέζια της παρέας — κι εκείνο εκείνο το βράδυ του Ιουνίου του 2000 ήταν μόνο η πρώτη παράγραφος ενός βιβλίου που ακόμα διαβάζουμε με γλυκό πίκρο στις τελευταίες λέξεις του. 🌿🏀
Μα ξέρεις τι θυμάμαι εγώ από εκείνες τις νύχτες; Ήμουνα σαν τον τύπο εκεί στο παν/σπορ που λες, σφιχτοδεμένος στη μπουκάλι τσίπουρο σα ζητιάνος αριθμού… μέχρι που ήρθε η στιγμή του τελευταίου σουτ και βλέπω τον αργκουίντας ν’ ανοίγει τα χέρια σα… σα εκείνον τον σηκωμένο φανοστάτη στο πάρκο της Καβάλας όταν σου έκλεισε μια φορά η πόρτα του αυτοκινήτου πάνω στο δάχτυλο! 🚗💥😂
Κι ενώ όλοι αυτοί οι μεγάλοι εκεί στη Νέα Υόρκη στεκόνταν σαν πρόβατα μέσα στο κλουβί σα να περίμεναν την αντιγραφή, εγώ γύριζα σπίτι και βρήκα τον γάτο μου να έχει κλέψει το ψωμί μου! Αυτό ήταν το τέλος μιας εποχής; Οχι βρε… ήταν η αρχή μιας διατροφικής δίαιτας για γάτες! 🐱🍞
Ευτυχώς όμως έχουμε ακόμη αυτούς τους παλμούς στους δρόμους, εκείνες τις μνήμες σα πίτσες παγωμένες που τις βγάζουμε στην άκρη όταν θέλουμε να ξαναζήσουμε την παλιά γεύση… κι εμένα η γεύση αυτή έχει πάντα αυτή τη μικρή γάτα μες στο κεφάλι μου που λέει "εγώ πρώτη σέλα"! 🤣🔥