Όταν η παρκέ γινόταν θρόνος του Τζορτζ!
ποιοι ντοντάδες λες τώρα εγώ πού ήταν εκείνος ο ήχος από το ντουμάκι του αέρα όταν ο Τζορτζ κατέβαινε στο παρκέ σαν βασιλιάς στα παλιά του τα χρόνια; θυμάμαι εκείνο το φθινόπωρο του 2000, πήγαινα κάθε αγώνα σα κονδυλοφόρος γιατί είχανε τότε τους καλούς τους μεγάλους αγώνες όχι αυτά τώρα οι βόλτες. εκεί που σηκωνόταν η μουσική στην κερκίδα σαν σιγανά νοικοκύρης το πρωί, έκοβε κι έραβε τους γκαρντ σαν ψαλίδι ζαχαροπλάστη που κόβει παντού. μια φορά μάλιστα τον είδα να κάνει ένα crossover στον ίδιο αντίπαλο τρεις φορές μέσα σε ένα ντριπλέσιο χωρίς να τον αγγίξει καν. τρεις! ο γκόξ είχε πλέον υπερβολή, όλα σίγουρα πιο γρήγορα ήτανε τότε — το παρκέ φαινόταν μικρό όσο τον έβλεπες να περπατάει αργά σα στρατηγός πριν δώσει την εντολή.
και μετά εκείνο το βράδυ που κατέβηκαν οι τελευταίοι δύο λεπτά στο ρολόι του τουρνουά playoffs κάπως έτσι... ναι πριν το 2004 θυμάμαι ακόμα το γόνατο να τραυματίζεται σα τριαντάφυλλο κομμένο μέσα στονApril της επόμενης άνοιξης. τότε στάθηκε εκείνος ο μεγάλος αετός μπουκωμένος μέχρι το τέλος όπως η καρδιά όλων μας όταν η ομάδα σηκώθηκε παράτολμα από τα πόδια των Μίκυ Μάους της εποχής. όλοι εμείς εκεί κάτω σιγά σιγά ξαναφτιάχναμε κάθε φορά το μύθο εκείνης της εποχής σαν παραμύθι στην καρδιά μας. η συνέπεια αυτού ήτανε πως ακόμα και τώρα όταν βλέπω το backup video επανέρχεται εκείνος ο παλαιότερος νους μου: "πάλι εκείνος ο βασιλιάς έκανε σκόνη κάποιον."
ποια ομάδα σήμερα ξέρει ακόμη πως σημαίνει ντρίπλο όλων των ειδών; ακόμα κι όταν τα κοινά άλλαξαν μέτρα κι σταθμά εκείνο το ειδικό κάτι που έκαναν αυτοί εκεί πάνω είχε χρώματα, εκείνο το πράγμα έκανε φίλους λιγότερους αλλά ψυχές περισσότερες. μου λείπουν εκείνοι οι ντρίπλοι σαν ζογκλέρ μπροστά στους φίλους του πρωταθλήματος. ελπίζω μόνο κάποιος νέος στο γήπεδο σήμερα όταν βγάζει ένα video σοκολατούχο να βγάζει και μία ανάσα λέγοντας "από εκείνους". γιατί εκείνοι ήτανε θρόνος όλες οι νύχτες και λόγοι πίστης στην ομάδα μας.
κανείς δεν πέρασε ξανά σα ζώνη την απόσταση ανάμεσα στο ντρίπλο και τον θρίαμβο όπως εκείνος. κανείς.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Μα τι βρήκα σήμερα στο ντουλάπι μου μια παλιά βιντεοκασέτα και έπεσε πάνω μου από ένα σωρό εποχές! Πέντε χρονών ήμουν, καθόμουν πάνω στα γόνατα του παππού στο σαλόνι κι εκείνος ανάβοντας το πούρο του έκανε "σssh" κάθε φορά που ο Τζορτζ πέρναγε ανάμεσα στους δυο γκαρντ σαν σκιά χορεύτριας! Την άλλη μέρα πήγα σχολείο φορώντας το φανελάκι του, τρανός σαν βασιλιάς λεβέντης — μέχρι που ο δάσκαλος μου είπε να το βγάλω γιατί "δεν κάνει έτσι στο μάθημα των Μαθηματικών"… ΑΑΑΑ ΜΕ ΣΟΥΣ!!!
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
τι σόι σιγανά τσακάλι είναι αυτό που σου 'σβησε τη βιντεοκασέτα έτσι ξαφνικά, θυμάμαι κι εγώ εκείνον τον ήλιο του Ιουνίου του '98 όταν φώναζαν όλοι "GEORGE! GEORGE!" σαν τροχαίο νερόφιδο στο γήπεδο, εσύ θυμάσαι εκείνο το απόγευμα που καθότανε ο Τζορτζ στην άκρη του πάγκου σα βασιλιάς που περιμένει να του φέρουν τη κορώνα; εγώ πάω ακόμα πιο πίσω: είχε φάει ξενοδόχεια ο ίδιος, είχε πάει από Σικάγο μια μέρα πριν τον αγώνα με κάποιον αγώνα της τύχης, έφτασε μισοκοιμισμένος στα δικα σου σ' εκείνο το first round του playoffs, τον είδαν να κάνει warm-up δίπλα στον πάγκο σα ξύπνιος νάνος και μετά... σαν τον μεγάλο γκρίζο λύκο που ξύπνησε ξαφνικά, άρχισε να σκίζει το παρκέ σα ζουζούνι με ντουζίνα ντρίπλα μέσα στη πρώτη δεκάλεπτη! τρεις ντρίπλοι στον ίδιο άντρα εκείνο το βράδυ, τρεις, και μετά άλλοι τρεις στον επόμενο αγώνα — σα να είχε αλλάξει το DNA του εκείνο το βράδυ, σα να του είχανε δώσει φίλτρο από εκείνες τις παλιές ταινίες του μεγάλου Τζόρνταν. εγώ σου ορκίζομαι πως εκείνον τον Μάη του '98 στο MCI Center είχε βγει όχι μόνο για να παίξει, αλλά για να μας θυμίσει πως κάποιοι γεννιούνται νικητές και κάποιοι γινόμαστε θρύλοι επειδή τους είδαμε να κάνουν πράγματα που δε χωρούσανε στο νου. ακόμα κι όταν τελείωσε εκείνος ο γύρος, εμείς όλοι σηκωθήκαμε απορημένοι σα μικρόβια από το παρκέ μην μπορώντας να πιστέψουμε πως υπήρχε ακόμα άνθρωπος σ' αυτή τη γη που έκανε ντρίπλο σα καλλιτέχνης πάνω στη βάρδια του εργολάβου. τι μας έκανες εκείνον τον χρόνο ρε Τζόρτζ; μας έκανες να πιστεύουμε πως το παρκέ ήτανε ζωντανό σα ζογκλέρ και εμείς οι φίλοι σου μικροί θεατές μιας μεγάλης παράστασης. κάποιοι το 'χουν ξεχάσει, κάποιοι το θυμούνται σα χρωματιστή πίνακα στον τοίχο όταν είσαι μικρό παιδί — αλλά εγώ ακόμα το νιώθω εκεί μέσα σαν ξημέρωμα Πρωτομαγιάς όταν σηκώνεσαι πρωί πρωί για μάζεμα λουλουδιών. και ο νους μου γυρίζει σ' εκείνον τον ήχο των χειροκροτημάτων σα βροχή στο γυάλινο ταβάνι μιας εκκλησίας όταν σηκωνότανε εκείνος σα μεγιστάνας πάνω από τους δύο αμυνόμενους... που σιγά σιγά γίνονταν τρεις, τέσσερις, ένας μεγάλος κόσμος εκεί πάνω σ' εκείνο το τριγωνάκι του πόνου. τι σόι χαρακίρι είναι αυτοί που ξεχνούνε εκείνες τις βραδιές; εμένα η μνήμη μου ακόμα χορεύει σ' εκείνα τα ντρίπλα σαν βίδα ξεγλιστράει ανάμεσα από χέρια φτιαγμένα από καουτσούκ... εκείνος ο μονόκερος του μπάσκετ έκανε περισσότερα από νίκες, έκανε το γήπεδο δική του γειτονιά κι εμάς όλους φίλους μιας μοναδικής ιστορίας.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Ξέρετε τι σόι τρύπα ανοίξατε εδώ; Τον Τζόρτζ εδώ πάνω που ξεχνάω κάθε δυσάρεστο μέχρι σήμερα. Αυτό ήτανε εκείνος ο χρόνος — όχι ομάδα, όχι σύνολο, όχι σύστημα, μα ένας άνθρωπος πάνω στη γη που έκανε το γήπεδο κούνια. Σήμερα βλέπεις πέντε ομάδες στο rotation να μπαίνουν στον χώρο σα ντρόντοι οι οποίοι ξέρουν μόνο έναν τρόπο: τρέξε, πέτα, σκοράρισέ το πριν σου πάρουν τη μπάλα. Εκείνοι τότε έκαναν ντρίπλο σα ζογκλέρ στη γειτονιά τους — τρεις φορές στον ίδιο αντίπαλο μέσα σε ένα τρίλεπτο και εσύ σηκώνεσαι αγανακτισμένος πως αυτό δεν γίνεται σήμερα;
Να θυμηθώ εκείνον τον Φεβρουάριο του '98 όταν ήρθε ο Τζόρτζ στα playoffs έχοντας ξεμυαλίσει από τον πόνο στο γόνατο. Κατάλαβε αμέσως πως δεν υπήρχε δεύτερος γύρος — έπρεπε να τελειώνει τη δουλειά εκείνες τις στιγμές. Κι εκείνος έκανε ακριβώς το αντίθετο από ό,τι λένε σήμερα: αργούσε πάνω στη μπάλα, την άγγιζε σα πολύτιμο αγγείο, σα διαμάντι που έπρεπε να γυαλιστεί κάθε φορά πριν το δώσεις στον επόμενο. Σήμερα οι γκαρντ βγαίνουν σα αστραπή από την άμυνα, ψιλοκοψίδι, τσίταρο κι έτοιμοι — εκείνος έπαιζε σα σκακιστής που κοιτάζει τρεις κινήσεις μπροστά. Οι αντίπαλοι είχαν τον αριθμό των προσπαθειών τους στον εκθέτη του δυστυχίας: εκείνοι έκαναν ντρίπλο ενώ ο Τζόρτζ έκανε ντρίπλο με νόημα.
Και τώρα, σκεφτείτε ένα πράγμα: εκείνη η ομάδα του '97-'98 δεν είχε τους τεράστιους στόχους εκείνης της εποχής, δεν είχε τον μεγάλες συμφωνίες, δεν είχε τoνamek-группу σαν σήμερον όπου κάθε βράδυ ξέρεις πως θα παίξεις για τα social media. Είχαν ένα σπίτι στο πλευρό του γηπέδου, εκείνο το θηρίο του γκολφ που έκανε τη κερκίδα να βράζει σα καζάνι στις μεγάλες βραδιές, και έναν άνθρωπο που έκανε το μικρότερο ντρίπλο μεγάλης τέχνης. Σήμερα στεκόμαστε και γκρινιάζουμε πως οι μεγάλες προσωπικότητες λείπουν — ναι, λείπουν, γιατί εκείνοι έκαναν την ομάδα μεγαλύτερη από τους αριθμούς. Εκείνοι έκαναν τους αριθμούς περιττούς. Θυμάμαι εκείνον τον αγώνα στον οποίο έκανε τρία ντρίπλα στον ίδιο αντίπαλο μέσα σε ένα ντριπλέσιο σα να μάζευε λουλούδια με τις χειροτεχνίες του — σήμερα κανείς δεν στέκεται εκεί πέρα για περισσότερο από δυο δευτερόλεπτα αν δεν βγάζει μια φωτογραφική στιγμή μέσα στα Stories του.
Καιρός ήταν όταν όλα αυτά είχαν σημασία. Σήμερα έχουμε ομάδες σαν σούπερ μάρκετ — καταστήματα όπου μπαίνεις, αγοράζεις το δικό σου, βγάζεις selfie με την αγορά σου και φεύγεις. Εκείνοι έκαναν εμπόριο των ψυχών — σου έδιναν κάτι τόσο μεγάλο που δεν χωρούσε ούτε στους τίτλους των ειδήσεων. Σήμερα το μπάσκετ έγινε ένα παιχνίδι βιτρίνας — εκείνο ήταν ένα θέατρο, ένας κινηματογράφος, μια γειτονιά. Εκείνος ο Τζόρτζ πάνω στο παρκέ δεν ήτανε ένας παίκτης, ήτανε ένας καλλιτέχνης που ζωγράφιζε ανάμεσα στους δύο πόρτες του γηπέδου.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Εντάξει ρε παιδιά, όσοι δεν είχανε πάρει τα χάπια τους σήμερα ας ξυπνήσουνε...
Εγώ τον περασμένο Νοέμβρη βρήκα το παντελόνι μου στο συρτάρι της γιαγιάς μου — σκέφτηκα πως είναι δικό μου και πήγα στην εργασία σα νάνος αφήνοντας τις κάλτσες μου σ' εκείνο το τρίγωνο του πόνου κάτω από την πόρτα των γυναικών.
Μόλις βγήκα εκεί με το παντελόνι που μου έφτανε μέχρι τις μασχάλες άρχισαν να φωνάζουν *"ΓΕΩΡΓΙΟΣ!"* σα να είχα γίνει ξαφνικά σούπερ σταρ. Ο Τζόρτζ εκείνος τώρα σίγουρα κάθεται στο γήπεδο και χαχανίζει βλέποντας εμένα σα δάσκαλο πρωτοβάθμιας στις μεγάλες στιγμές του NBA.
Και να σκεφτείτε... εκείνο το παντελόνι είχε τρύπες στις μεριές σα αυτούς τους θρύλους του παρκέ. Τρία ντρίπλα στον ίδιο αντίπαλο και μετά κάθε φορά γυρίζεις σπίτι σηκώνοντας αυτό εκεί σα σημαία 🤣🍿
Να τους θυμόμαστε όχι γιατί έκαναν ντρίπλα σαν ζογκλέρ αλλά επειδή έκαναν το κάθε ντρίπλο έτσι σαν να ήθελαν να πούνε: *"δες με εδώ πάνω, εγώ είμαι αυτός που πετάει τις σφαίρες από το παρκέ σαν μπούμερανγκ!"*
Και εγώ βγήκα σήμερα με πέντε κάλτσες διαφορετικού χρώματος στο ένα πόδι σα φόρος τιμής στον μεγάλο καλλιτέχνη — ας είναι καλά η αλήθεια των παπουτσιών μου 😂🔥
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.