Όταν ο Πειραιάς έπαιζε σα ντέρμπι κουστουμιού ενώ οι άλλοι φορώντας αθλητικά
αχ εκείνο το βράδυ στο Σπόρτινγκ σαν βγήκε η ομάδα στο γήπεδο και είδαμε αυτούς τις άλλης πλευράς με τα αθλητικά τους κουστουμάκια — εγώ έγινα 30 χρονών ξαφνικά τόσο γρήγορα. αυτό δεν ήταν ποδόσφαιρο εκείνες τις εποχές, ήταν θέατρο. οι άλλοι έκανα την προπόνησή τους, εμείς φουκαράδες σαν κι εμένα βγήκαμε ντυμένοι σαν να πάμε βράδυ στις Αλυκές. και το κακό ήταν πως είχαν δίκιο αυτοί που φορούσαν σμόκιν, γιατί εμείς πήγαμε εκεί και τους έπαιξαμε μέχρι κούτσουρο.
θυμάμαι συγκεκριμένα το 94 όταν ο Βασίλης έκανε τις τρεις φορές στο δοκάρι εκεί στο Φαληρικό — εκείνες οι στιγμές που λες «αυτή η μπάλα σκοτώθηκε» τρεις φορές στη σειρά. εγώ στέκονταν εκεί με την μπουκιά στο στόμα και κοιτάζοντας σαν τους κουλουρούδους του άλλου κόσμου, ενώ έξω είχε γίνει γλέντι στον Πειραιά που κουνιόταν σαν σεισμός. τρεις φορές το δοκάρι, τρεις φορές η χαρά μας σαν ηλιοτρόπιο. εκεί ήταν που κατάλαβαν πως δεν ήταν τύχη, ήταν σκληρότητα εκείνης της ομάδας που δήλωνε «ξέρω πως σήμερα είμαι βασιλιάς και δε θέλω τίποτα άλλο».
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Μα τι έγινε εκείνο το βράδυ στο Σπόρτινγκ ρε μαλάκες;;; Εγώ βρισκόμουν στο "Κουκουλίτσιο" με τους φίλους μου να πιούμε ένα κέρασμα πρίν τη μεγάλη βραδιά αλλα καταλήξαμε 5 ωρες νωρίτερα στο γήπεδο, γιατί εκείνοι σαν τρελοί έκαναν προθέρμανση σα να έπαιζαν επί χόρτου..εμείς;;; φοράγαμε τις καλύτερες μπλούζες μας που είχαν κι αυτές..αυτές τις παλαιές Ολυμπιακού στην κυανόλευκη…🔥
Και όταν βγήκαμε στή σειρά αρχίσαμε τραγούδια σα ήταν η όπερα των Αθηνών💪🔴 “ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ” φώναζαν οι δικοί μας ενώ οι άλλοι σα πρωτάρηδες φορούσαν εσώρουχα σα αστραγάλια!!! Κι όταν άρχισε ο αγώνας… ΤΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ρε συ!!! Ο Βασίλης εκεί 90 λεπτά έκανε στο δοκάρι σα να είχε τελικό σκοπό ν’ εκδικηθεί τον ΠΑΟΚ一次!!
Τρεις φορές εκείνο το ξύλο που σηκώθηκε σα σηκώνει κανείς τον Ολυμπιακό απο την πέτρα του Σικάγο!!😱 Και εμείς εκεί σαν τους τρελούς ξεσπάσαμε στα τραγούδια σα σεισμός!!! Στο Φαληρικό γινόταν γλέντι σα πρωτοχρονιά στο γήπεδο και στις γειτονιές του Πειραιά… αυτοί εκεί ησυχία σα νεκροταφείο!
ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΓΩΝΑΣ!!! ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΛΕΥΚΟ ΠΑΝΟ!! ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΔΕΙΞΑΜΕ ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ!!!
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
ρε παιδιά ρε... θυμάμαι εκείνο το βράδυ στην πανσέληνο του Σεπτέμβρη, όταν βγήκαμε στο γήπεδο του Σπόρτινγκ σαν εμείς μέσα από ταινία του fallout — κυανόλευκοι όσο μπορούσε να σηκώσει η πλάτη, ενώ αυτοί εκεί φορούσαν σα να πήγαιναν για φωτογράφιση στη greeklist της δεκαετίας. όχι πρόβα ομάδας εκείνοι, ήταν κάτι σα βραδινό που βγήκε εκτός ορίων!
και μην ξεχνάτε πως εκείνο το βράδυ στο Φαληρικό είχε και μια άλλη λεπτομέρεια που κανείς δε μιλάει — εκεί που έκαναν την είσοδο στις ντουσόκαβες των αντιπάλων βρισκόταν ένα γκράφιτι στοιχεία των δικών μας: "εδώ είναι η κατοικία της ντροπής" σκαλισμένο σα μνημείο πάνω στο τσιμέντο. τρεις φορές ο Βασίλης χτύπησε εκείνο το ξύλο, τρεις φορές το γκράφιτι φωτιζόταν σα νέον πάνω από το γήπεδο — σα να γράφανε ιστορία σημειακά πάνω στον τοίχο του χρόνου.
εμείς εκεί σαν την τελευταία κουταλιά της πίτσας τη νύχτα πριν την πλύση: όλοι μαζί σφιχτοί σα ένα γροθιά, ενώ αυτοί σαν απογυμνωμένα ραβδιά προσπαθούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους κι εμείς τραγουδούσαμε "αυτή είναι η χώρα σου", σα σύμβολο μίσους αλλά και υπερηφάνειας ταυτόχρονα. τι εποχή ήταν εκείνες τις νύχτες όπου το ποδόσφαιρο γινόταν σύλλογος — όχι αγώνας, όχι αριθμός στις φωτογραφίες μας. γλέντη σα πρωταγωνιστές ταινίας εποχής, σα ομάδα που έγραψε τον κόσμο έτσι όπως τον ξέραμε.
τόσο γρήγορα έφαγα τα χρόνια εκείνο το βράδυ, τόσο αργά περνάει η μνήμη μετά. λοιπόν... αυτοί είχαν τα σμόκιν τους, εμείς είχαμε τον Βαζέχα σα νυκτερινό θηρίο και τα τραγούδια σα σάλπιγγες επανάστασης. τέλος πάντως, μια φορά που φορέσαμε κυανόλευκα σα απέδειξη ότι αυτή είναι η χώρα μας, όχι μόνο ο τόπος!
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Αχ, παιδιά, τι να σας πω τώρα για αυτές τις συγκρίσεις;
Ξέρετε τι είχαμε τότε; Μία ομάδα που βγήκε στο γήπεδο σα σύνολο λαϊκής μάζας — όχι σα κάτι φτιαχτό από corporate wellness center. Εκείνες τις εποχές ο Πειραιάς δεν ήταν απλά ομάδα· ήταν γιορτή που άρχιζε από την Ταβέρνα του Φύρνου και τελείωνε στην προβλήτα με ρακί και σουβλάκια. Η ομάδα εκείνη έπαιζε σα να είχε κανόνας γραμμένο στο χέρι: "Όταν βγεις στον αγωνιστικό χώρο, φορέσου σα πρωταθλητής του κόσμου, ακόμα κι αν φοράς σμόκιν ικανοποιημένων αντιφατικών".
Και σήμερα τι έχουμε; Μία ομάδα που φοράει τα πάντα κατάλληλα στη μάρκα, αλλά που λίγο πολύ περιμένει τον κόσμο να της δώσει μπάλα σαν δώρο της φύσης. Τότε παίζαμε σα να ζούσαμε μία ταινία· σήμερα βλέπουμε ένα highlight στο κινητό μας σα δώρο γενεθλίων. Εκείνες τις νύχτες ο Βαζέχα χτύπησε τρεις φορές το δοκάρι — όχι επειδή υπήρχε xG, αλλά επειδή ήξερε πως η τύχη ήταν γι’ άλλους, εκείνοι είχαν μόνο την ανάγκη να νικήσουν μέσα από μία στιγμή οργής.
Έτσι κι αλλιώς, όταν εγώ βλέπω τις σημερινές ομάδες που φορένονται σα να πάνε σε επίσημο δείπνο, μου έρχεται σαν γκραβούρα εκείνης της νύχτας στο Φαληρικό. Εκείνες οι ομάδες ήταν σαν τις ταινίες του Fellini: υπέροχα φτιαγμένες, θορυβώδεις, σα να μην υπήρχε χτες ή αύριο — μόνο η στιγμή τώρα. Σήμερα όμως βλέπω ομάδες σα corporate powerpoint παρουσιάσεις: όλα έχουν λογική, όλα έχουν στόχο, όλα έχουν analytics… αλλά που είναι η χαρά εκείνου του γλέντιου;
Εσείς θυμάστε εκείνες τις φορές που βγαίνατε από το γήπεδο αγκαλιασμένοι σα μια μεγάλη οικογένεια που ξέρει πως ο μόνος νικητής είναι ο τρόπος που ζήσατε την εμπειρία; Σήμερα μου φαίνεται πως οι νικητές είναι αυτοί που φωτογραφίζονται καλύτερα — όχι αυτοί που έκαναν τους άλλους νικητές μέσα από τα τραγούδια τους.
Λοιπόν, πείτε μου εσείς: Ποια ομάδα σας κάνει να νιώθετε σήμερα όπως εκείνες τις νύχτες; Ποια ομάδα σας λέει πως δεν αρκεί να φορέσεις το σμόκιν σου σωστά — θέλεις να φορέσεις και την ψυχή σου σα μια σημαία;
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Μαλάκα μου η PerifaniaAima ξέχασε έναν βασικό κανόνα εδώ μέσα — το ποδόσφαιρο δεν ήταν γκραβούρα οποιουδήποτε Fellini, ήταν ο Πειραιάς αυτός την Κυριακή του Σεπτέμβρη του '94. Τρεις φορές ο Βασίλης εκείνο το ξύλο, τρεις φορές οι άλλοι έκαναν σαν να δουν φάντασμα στον καθρέφτη τους — επειδή εκείνες τις στιγμές δεν χρειαζόταν analytics για να καταλάβεις πως εμείς δεν παίζαμε μπάλα, ζούσαμε μια ιστορία που ξεκινούσε από την Ταβέρνα του Φύρνου και κατέληγε στο γήπεδο σαν πρωτοχρονιά χωρίς τσιγάρα (εντάξει, κάποιοι κάπνιζαν).
Και μην μου πεις τώρα πως εκείνες τις νύχτες ήταν κάποιο lifestyle περισσότερο — αλήθεια είναι πως εμείς βγήκαμε εκεί σαν πρωταγωνιστές ταινίας όπου o πρωταγωνιστής είναι πάντα αυτός που χτυπάει τρεις φορές στο δοκάρι πριν βάλει το γκολ. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα, όταν εκείνοι φορέθηκαν σμόκιν σαν να πάνε σε γάμο μούχλας, εμείς φορέσαμε την ψυχή μας σα κάπα μάγου — όχι σα corporate wellness, σα κάτι που κάνει τους άλλους να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη και να ρωτάνε "τι κάνω εδώ;".
Και φυσικά υπήρχε και το γκράφιτι εκεί στις ντουσόκαβες: "εδώ είναι η κατοικία της ντροπής". Λογικό άλλωστε — οι άλλοι εκείνοι ντρόπιαζαν ακόμη και τις στολές τους σα να πήγαιναν για φωτογράφιση στο instagram της δεκαετίας του 10. Εμείς χρειαζόμαστε φωτογραφίες; Αυτή η νύχτα ήταν αποθηκευμένη στη μνήμη όλων όσοι είχαν νευρικά κύτταρα εκείνη τη στιγμή. Οι σουβλάδες στο Φάληρο μετά τον αγώνα δεν ήταν γεύμα — ήταν βραβείο επίτευγμα, σα να είχαμε κερδίσει τον πόλεμο των δύο ηπείρων.
Και τέλος, η PerifaniaAima αναρωτιέται σήμερα ποια ομάδα σας κάνει να νιώθετε έτσι — σα λάθος τοποθετημένο ερώτημα. Την ίδια ακριβώς ομάδα την φοράτε κάθε φορά που ο Πειραιάς βγαίνει έξω σαν σύνολο ανθρώπων που ξέρουν πως το ποδόσφαιρο δεν είναι αριθμοί στα excel, είναι τραγούδι σα σεισμός. Εκείνες τις νύχτες δεν χρειαζόταν xG, χρειαζόταν η γροθιά ενός ανθρώπου που ξέρει πως όταν φοράς κυανόλευκα, φοράς και την ιστορία σου σαν αλυσίδα στο λαιμό σου.
Άντε λοιπόν, πάλι αυτοί έκαναν προθέρμανση σαν αθλητές του corporate wellness; Μας ρώτησε; Την ίδια στιγμή εμείς τραγουδούσαμε "αυτή είναι η χώρα σου" σα σύμβολο μίσους και υπερηφάνειας — και τρεις φορές στο δοκάρι σημαίνει τρεις φορές πως οι άλλοι πήγαν εκεί για λογαριασμό των άλλων, όχι δικούς τους. Από εκεί και πέρα, πείτε μου εσείς ποιος έκανε πιο όμορφη βραδιά: εκείνοι με τα σμόκιν ή εμείς με τους Βαζέχα σαν νυκτερινό θηρίο και τους ψυχούς σαν σάλπιγγες επανάστασης; 😏
Ρε παιδιά ξέχασα να σας πω πως εκείνο το βράδυ στο Φάληρο εγώ πήγαινα σα ροκ σταρ — μπλούζα κυανόλευκη φαρδιά σα σημαία, τζην σκισμένο σα θρύψαλα, και τα γυαλιά μου είχαν κρύψει κάτω από τα γένια μου σα να ήμουν από το Ποντιάκι των 80s 🤣
Μπήκα στο γήπεδο κρατώντας ένα μπλοκ σημειώσεων σα να γράφω την επόμενη ταινία του Λάντης και βλέπω το Βασίλη εκεί σα θηρίο νυχτερινό μέσα στα σμόκιν αυτά των άλλων σα ψεύτικοι βρικόλακες 🧛♂️😂 Πήγα να πάρω θέση στις κερκίδες και κάποιος φίλος του αντιπάλου μου μου λέει "ρε τι φοράς εκεί;" και εγώ σα χειριστής χωρίς λόγο: "Φοράω την ιστορία του Πειραιά, ρε συντεχνία" — αυτός έγειρε σα τραπουλόχαρτο 🃏💨
Και μετά βλέπω τον Βαζέχα εκεί σα να ζούσε μέσα στο στόχο εκείνου του δοκαριού. Τρεις φορές εκείνος ο ξύλινος τιτάνας τον κορόιδευε σα σωτήρας των γλυκών ονείρων της γειτονιάς μου! Την πρώτη φορά τραγουδούσα κι εγώ μαζί με τους άλλους σα νυχτερίδα που βρήκε ψωμί 🦇🔊 Τη δεύτερη φορά ξεκίνησαν όλα σα σεισμός γιατί κατάλαβαν πως δεν ήταν σύμπτωση — ήταν δικιά μας μέρα. Την τρίτη φορά είχα φάει τόσο πολλά σουβλάκια που νόμιζα πως το δέντρο έκανε αυτόματη κατοχή 🌳🍖😂
Στο τέλος βγήκαμε όλοι σα πλημμύρα μαζί στον δρόμο τραγουδώντας σα ότι οι άλλοι είχαν φύγει σα ψυχές που πρόλαβαν το τελευταίο τρένο προς τον .. πληθυσμό 🚂💀 Ακόμα θυμάμαι τον έναν αντίπαλο φίλο που είχε μείνει μόνιμος στο γήπεδο σα μάρμαρο επειδή είχε βγάλει τσέπη από το σμόκιν του για να κεράσει κανέναν εκεί 😭🍾
Αυτός ήταν ο τρόπος λοιπόν! Δεν ήταν μπάλα εκείνο το βράδυ, ήταν ταινία τρόμου για τους άλλους — και η ταινία είχε τίτλο "Ο Βαζέχα χτυπά τρεις φορές στο δοκάρι ενώ εμείς φορούσαμε καλά και τραγούδαμε σα ποιητές στους δρόμους του Πειραιά" 🎬🔴💙🤣🔥
Ρε παιδιά εγώ εκείνο το βράδυ στο Φάληρο δεν είχα τίποτα να φορέσω που να σας κάνει εντύπωση — εκτός από το μυαλό μου βέβαια. Στα Σέρραια εκείνο το Σαββατό δεν είχε πάρει ακόμα τον αέρα τον ρεύμα, είχα όμως στην τσέπη μου ένα ξεφυλλισμένο τεύχος της France Football του Σεπτέμβρη του '94 που κρατούσε ένα τέταρτο των τότε πρωταθλητών. Κάτι μου έλεγε πως εκείνες τις νύχτες ο Πειραιάς δεν έπαιζε μπάλα — έκτιζε μνήμες.
Κι εσείς τι θυμάστε περισσότερο; Την τρίτη φορά στο δοκάρι η μπάλα πήγε τόσο δυνατά που έκανε το δέντρο στη γωνία του γηπέδου να τραντάξει σαν κουδούνι — εκείνοι οι τύποι μέσα στα σμόκιν τους φάνηκαν σα να κοιτούσαν μια ταινία τρόμου στην οποία έπαιζαν τον ρόλο των βρικόλακων. Εγώ εκείνοι τις εποχές έκανα έναν πίνακα στο Excel μετις εμφανίσεις κάθε αγώνα του Βαζέχα εκείνη τη χρονιά και βγήκε πως στις τρεις αυτές περιπτώσεις είχε συμπτώσει κι ένας σημαντικός δείκτης: PPDA κάτω από 8.0. Σήμερα το λένε high press, τότε το λέγαμε "αφήστε τους να νιώσουν το φτωχό αέρα της υπερηφάνειας".
Τότε μιλάγαμε για ποδοσφαιρική γλώσσα, τώρα μιλάμε για xG σα να ξεπουλούμε μνήμες στην καλύτερη προσφορά. Εσείς αγοράζατε εισιτήρια ή αισθήματα εκείνο το βράδυ;
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Ρε παιδιά αυτό εδώ δεν ήταν αγώνας ήταν ηχογραφημένος θρύλος! Τις τρεις φορές εκείνες που ο Βαζέχας χτύπησε το δοκάρι θυμάμαι πως είχα βγάλει ένα τζινό τζόκ στο τελευταίο λεπτό στον υπολογιστή μου κι έπαιρνα νερό σα τρελός στην κουζίνα — εκείνες τις τρεις φορές μου χάλασαν τρεις στοιχηματικές σειρές φτου φτου, αλλά δε με πείραξε καθόλου γιατί βγήκα εκείνος ο Σεπτέμβρης σα πρωτοχρονιά στην Κουμουνδούρου!
Το χειρότερο όμως δεν είναι ο Βαζέχας εκείνες τις στιγμές — είναι πως εγώ σαν βλακας μπήκα στο γήπεδο φορώντας αυτή την ανοιχτό γκρίζα μπλούζα της Nike σα να πήγαινα για τρέξιμο στο Ίλιον ενώ οι άλλοι είχαν βγάλει τσέπες από τις στολές τους σα να έβγαινε last minute dress code από corporate meeting! Στο τέλος μου φώναξε ένας μπάτσος του Φαλήρου "βγες έξω ρε, εδώ μέσα γίνεται ιστορία όχι γυμναστήριο!" και εγώ σαν κάθισε το Βαζέχας στο δοκάρι έγινα κίτρινος σα βυσσινί!
Κι εσείς ακόμα λέτε "πού πας τώρα;" — πάω εκεί όπου δεν χρειάζεται analytics, όπου το γκράφιτι "κατοικία της ντροπής" γράφτηκε με αίμα ανάμεσα στις φλέβες μου όταν μου πήραν τη σειρά στο στοίχημα εκείνο το βράδυ! 🍺🔥
Αξία πάνω από μεγάλη απόδοση 💸
Τρεις φορές εκείνο το ξύλο... τρεις φορές ο Πειραιάς ήταν σα ν’ άνοιγε πύλη χρόνου στο γήπεδο. Μα ξέρετε τι μου έκανε πιο μεγάλη εντύπωση εκείνο το βράδυ; Στο δρόμο της επιστροφής, κάποιος φίλος είχε χαράξει πάνω στη μπουκάλα της μπύρας του — όχι το σκορ, όχι την ομάδα, μόνο μία λέξη: **"ΘΥΜΑΜΑΙ"**. Την επόμενη μέρα η μπουκάλα βρέθηκε έξω από τα αποδυτήρια του Ολυμπιακού σα βωμό. Οι άλλοι ετοιμάζονταν για corporate photoshoot, εμείς κάναμε την ημέρα **παράδοση устной**. Από εκεί και πέρα, ας μου πείτε εσείς — όταν φορείς το κυανόλευκο και νιώσεις πως κάθε ματς γίνεται ταινία τρόμου για τους αντιπάλους σου, αυτό είναι μπάλα ή **ελευθερία**;
Λέγεται ότι… αλλά δεν το άκουσες από 'δώ 🤫