Όταν ο Πειραιάς γινόταν θρύλος στα γήπεδα της Ευρώπης, εσείς που ήσασταν εκεί θυμάστε πως…
τι ρε γαμώτο αυτά που γράφεις τώρα, παιδί μου; έχω δει κι άλλες ομάδες βέβαια αλλά όταν έκανε πάνω εκεί ο Ολυμπιακός τους σεισμοί στο ΣΕΦ, τότε σου λέω πως ένιωθες το στάδιο να ζει, όχι μόνο βλέπεις παιχνίδια, καταλαβαίνεις;
θυμάμαι το 88, τον τελικό του ΣΕΦ με τη Γιουβέντους εκεί που ήταν σαν γήπεδο πριγκηπικό αλλά ξέραγαν όλοι πως εδώ λέγαμε κι οι σουβλάκηδες, όχι μόνο οι καλλιτέχνες. όταν κτύπησε το πρώτο σφυρί στο ξεκίνημα τότε άρχιζε η οικολογία εκεί μέσα — ξέραγες ότι ο κόσμος δεν είναι θεατής, είναι μέρος του αγώνα, της μουσικής, της φωτιάς που ανάβουν αυτοί εκεί κάτω στο γήπεδο!
κι όταν γυρνούσε στους δρόμους του Πειραιά μετά το παιχνίδι, οι γιαγιάδες στους μπακάλες είχαν το τσιγάρο σβηστό κι η γριούλα απέναντι είχε την πόρτα ανοιχτή προσέχοντας τον μικρό, όχι επειδή την είχαν βάλει κανείς, επειδή εκείνη ήξερε πως ο Ολυμπιακός δεν είναι μόνο ομάδα, είναι μια κατάσταση ψυχής.
τέλος πάντως, αυτά τα βλέπεις τώρα στα νέα συστήματα ηχητικής, στα μεγάφωνα χιλιάδων ευρώ; τότε όλα γινόντουσαν επειδή εκείνοι εκεί κάτω στην κερκίδα Α αγαπούσαν τόσο πολύ την ομάδα που την έκαναν σωματική εμπειρία, όχι κάτι που βλέπεις στην τηλεόραση!
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
ΤΟ 95 είχαμε τελικό ευρωπαϊκού στον Πειραιά, ρε φίλε μου! Δεν ξεχνάω εκείνο το βράδυ σαν τώρα... πήγαινα στον ΣΕΦ με τον παππού μου, σαστισμένος 14χρονος, ντύμενος τον φούρνο του θείου μου να βγάλω λεφτά για τα εισιτήρια! Στο γήπεδο εκείνη η ατμόσφαιρα ήταν σαν ηλεκτρικό ρεύμα — δεν βλέπαμε πρόσωπα, μόνο μια θάλασσα κόκκινο που στεκόταν σαν έναν άνθρωπο μόνο του! Το γκολ του Φάσου Καζάζης εκεί στη Γιουβέντους ήταν τόση ούζα μέσα στη φλέβα μας που τα μάτια μου δάκρυσαν από περηφάνεια!
Κι όταν βγήκαμε έξω στους δρόμους του Πειραιά, ολόκληρη η πόλη είχε σταματήσει! Τα αυτοκίνητα σιγόβραζαν, οι άνθρωποι φώναζαν και χτυπούσαν τις πόρτες τους σαν συνέδριο! Ήμουν τόσο περήφανος που έκανα τον γύρο του λιμανιού τρέχοντας μαζί με αγνώστους! Αυτό είναι το δώρο του Ολυμπιακού, ρε! Δεν είναι μια ομάδα, είναι μια οικογένεια που όταν πονάει κανείς από σένα, πονάει όλος ο Πειραιάς! 🔥💪🔴
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
τι ρε φίλε μου, δικός σου ο λόγος εκεί πάνω — όπως βγάζει ο παππούς μου το τσιγάρο όταν λέει για τον Αρίστη και σκούζει το κεφάλι του επειδή δεν το θυμάμαι πια όσο εκείνος... εμένα μου φτάνει μέχρι το '93 εκεί στο Ζάγκρεμπ, εκεί στον τελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ.
μπορείς να φανταστείς; δεκαπέντε χιλιάδες οπαδοί του Ολυμπιακού έκαναν το γύρο της πόλης μέσα σε δύο μέρες πριν το ματς, σαν πορεία εθνικής ομάδας στα δικά μας χωράφια! τους είχαν βγάλει νοίκι τα λεωφορεία από όλα τα χωριά της Αττικής — οικογενειες ολόκληρες είχαν κλείσει δωμάτια σπιτιών εδώ-εκεί επειδή ο ΣΕΦ είχε φτάσει μέχρι σκασμό! κι όταν μπήκε η μπάντα στο γήπεδο πριν ξεκινήσει το παιχνίδι, άρχισαν όλα εκείνα τα τραγούδια που έμαθα παιδί δίπλα στον ραδιοφωνάκι του ψωμά: "εγώ είμαι Πειραιώτης, γέννημα θρέμμα" και κάπως έτσι! εκείνη τη νύχτα δεν υπήρχε σοβαρό πρόσωπο εκεί μέσα — ήταν σαν γλέντι στους δρόμους, μόνο που ήταν στάδιο!
και μετά στο παιχνίδι... ρε γαμώτο εκεί που έπεσε το πρώτο γκολ στο 36ο λεπτό — όχι μόνο σηκώθηκε ο ΣΕΦ σαν έναν γίγαντα, σήκωσε την ίδια την πόλη μαζί του! οι άνθρωποι κολλημένοι πάνω στις κερκίδες σαν κηλίδες αίματος πάνω στο λευκό, το ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο χωρίς ανάσα! κι όταν έκανε ο Γιώργος Δημοσθενόπουλος εκείνο το σουτ που χτύπησε στο δοκάρι εκεί στο δεύτερο ημίχρονο, ένιωθες πως το γήπεδο κράταγε την αναπνοή του — σα σαστισμένος ψαράς όταν τραβιέται το δίχτυ!
βγαίνοντας μετά στην πλατεία Κοραή, οι δρόμοι είχαν γίνει νυχτερινό σινεμά χωρίς ταινία — γέροι με κόκκινα μαντήλια τραγουδούσαν, παιδιά κρατούσαν σπίτια κρυμμένα κάτω από τις μπλούζες τους σαν τρόπαιο, γυναίκες κουβαλούσαν μπουκάλια κρασί που δεν είχαν ανοιχτεί ποτέ επειδή ήταν για... τελικά ποιος ξέρει τι γιορτή;
αυτά δεν είναι νούμερα εκεί πάνω, είναι αίμα παλαιότερο κι από το δικό μου θυμάμαι... όταν πονούσε η ομάδα, πονούσε το γήπεδο — και όταν νικούσε, νικούσε όλη η γειτονιά μαζί.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Πωπω, ρε φίλοι μου, τι στάζει εκεί πάνω τώρα... Εσείς ξέρετε τι ζητάτε; Γιατί εμένα με πιάνουν τα δάκρυα όταν λέω πως εκείνος ο Ολυμπιακός ήταν σαν ηφαίστειο που ξύπνησε μια φορά στα σίγουρα. Την ίδια στιγμή όμως, υπάρχουν κάποια πράγματα που έκαναν εκείνοι εκεί εκείνον αθάνατο — και όχι κάθε ομάδα μπορεί να επαναλάβει το ίδιο σήμερα.
Κοιτάξτε τώρα: εκείνη η ομάδα είχε κάτι σαν μαγικό σύνδεσμο ανάμεσα στους ανθρώπους της κερκίδας. Δεν υπήρχε ακόμη η ανάγκη να τους ξυπνήσουν τα μεγάφωνα των εταιρειών, γιατί οι ίδιοι οι οπαδοί ήταν οι πομποί και οι δέκτες εκείνης της ενέργειας. Σήμερα βλέπεις παντού LED πάνελς και φωνές από μεγάφωνα που σου δίνουν οδηγίες σαν ψυχαγωγία — εκείνοι εκεί έκαναν το στάδιο σαν ζωντανό σώμα: αγκομαχούσε, χτυπούσε πόδια στο δάπεδο, έκλεινε την αναπνοή του όταν η ομάδα πάλευε. Δεν υπήρχε "εικονική εμπειρία", υπήρχε αληθινή αίσθηση συμμετοχής επειδή ο καθένας ένιωθε πως είναι μέρος αυτής της φωτιάς.
Κι αυτό είχε σχέση περισσότερο με την κουλτούρα παρά με την τεχνολογία. Σκεφτείτε το: εκείνος ο κόσμος στον Πειραιά πριν από τριάντα χρόνια είχε μεγαλώσει ακούγοντας τις ιστορίες των προγόνων τους για τη δεκαετία του '70 και του '80. Ήταν σαν οικογενειακή παράδοση να τρέχεις προς το ΣΕΦ όταν έπαιζε η ομάδα σου στην Ευρώπη, σα να πήγαινες σε οικογενειακό δείπνο όπου έπρεπε να καθίσεις στο σωστό τραπέζι. Σήμερα βλέπω πολλές ομάδες να προσπαθούν να ξαναδημιουργήσουν εκείνη την ατμόσφαιρα με γκράφιτι και συναυλίες πριν τους αγώνες — αλλά η ουσία λείπει επειδή χάθηκε ο πυρήνας αυτής της σύνδεσης.
Επίσης εκείνοι οι άνθρωποι δεν είχαν μόνο πάθος, είχαν διάρκεια. Κοίτα το πλήθος που έκανε την πορεία στο Ζάγκρεμπ το '93 — δεκαπέντε χιλιάδες ψυχές από την Ελλάδα έκαναν το γύρο μιας ξένης πόλης επειδή πίστευαν πως η ομάδα τους άξιζε τον κόπο. Σήμερα βλέπω να συγκεντρώνονται μερικές χιλιάδες ακόμη κι όταν παίζουν κάποιο σημαντικό αγώνα, όχι επειδή δεν νοιάζονται αλλά επειδή το κίνητρο έχει διαφορετικό βάρος. Δεν φταίει κανείς συγκεκριμένα — αλλά εκείνοι εκεί εκείνον τον καιρό ζούσαν μέσα σε έναν άλλο κόσμο: εκεί όπου η ομάδα ήταν η ελπίδα μιας πόλης, όχι ένα brand προς πώληση.
Και κάτι ακόμα πιο σοβαρό: εκείνος ο Ολυμπιακός δεν είχε ανάγκη τους μάρκετινγκ τίτλους για να δείξει πόσο σημαντικός ήταν. Την ίδια στιγμή, η δύναμη των οπαδών σήμαινε πως ακόμη και όταν η ομάδα έχανε, οι άνθρωποι εκεί γύριζαν ξανά εκείνη την άλλη μέρα σαν να είχε συμβεί ένα λάθος το οποίο μπορούσαν να διορθώσουν με την επόμενη προσπάθεια. Σήμερα πολλά πράγματα περιστρέφονται γύρω από την εικόνα τους — εκείνοι εκεί έκαναν τη συγκέντρωση των ανθρώπων γύρω από την ομάδα να μοιάζει σαν φυσικό φαινόμενο.
Αν θέλουμε όμως να είμαστε ειλικρινείς, υπάρχουν σημεία που εκείνη η εποχή έκανε λάθη. Δεν υπήρχε η επιστημονική οργάνωση της σημερινής εποχής — και κάποιοι προπονητές εκείνου του καιρού έκαναν ζημιές επειδή βασίζονταν περισσότερο στο συναίσθημα παρά στην τακτική στήριξη. Αλλά αυτά τα λάθη τα βλέπεις σαν ιδιορρυθμίες μιας ομάδας που έκανε ό,τι έκανε από αγάπη, όχι επειδή ακολουθούσε κάποιο μισανθρωπικό σχεδιασμό κερδοσκοπίας.
Εσείς όμως, ρε φίλοι μου, τι νομίζετε; Θα μπορούσε ποτέ μια ομάδα σήμερα να ξαναφέρει εκείνο το αίσθημα όταν εκείνοι εκεί έκαναν τον ΣΕΦ σαν ζωντανό πλάσμα; Εγώ πιστεύω πως όχι — τουλάχιστον όχι έτσι, σαν αληθινή έκφραση μιας πόλης ολόκληρης που νιώθει πως η ομάδα της είναι σαν το αίμα στις φλέβες της. Γιατί εκείνο ήταν κάτι μοναδικό: ένας συνδυασμός ιστορίας, ανθρώπινης συμμετοχής και μιας αμόλευτης αγάπης που σήμερα ακόμη και τα καλύτερα μεγάφωνα δεν μπορούν να αντιγράψουν.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Μεγάλη μου στιγμή νάταν που πριν δεκαπέντε χρόνια έπεφτα πάνω σε μια VHS λήψη εκείνου του αγώνα στο Ζάγκρεμπ — εκείνη η εικόνα με τους δεκαπέντε χιλιάδες αράβες στους δρόμους σα γιορτή εβραϊκή μόνο που τα τραγούδια ήταν διαφορετικά. Μα πείτε μου, ρε παιδιά: εκείνοι οι άνθρωποι ξέρετε τι έκαναν; Πήραν το ξύλο των βιολιών από τα σπίτια τους και έκαναν πλιάτσικο στις μουσικές των τοπικών φεστιβάλ για να δημιουργήσουν ένα ξεχωριστό σάουντρακ πριν καν ξεκινήσει ο αγώνας.
Τι σας λέω τώρα; Αν σκάψουμε βαθιά, εκείνο το βράδυ στον ΣΕΦ είχε όλα τα στοιχεία μιας αυθεντικής φορεσιάς που δεν την φορείς μόνο στα γενέθλια αλλά κάθε μέρα — από τις φάτσες στις κερκίδες μέχρι το άρωμα της θάλασσας που μύριζε ακόμα και μέσα στο γήπεδο. Αυτό όμως δεν ήταν τυχαίο· ήταν οργανωμένοι σαν συμμορία, όχι σαν φίλαθλοι, κάθε ομάδα είχε τον επικεφαλής του στη γειτονιά του που φώναζε τις κουβέντες πριν τις φουσκώσει όλος ο κόσμος σαν μπουρλότο.
Και κάτι άλλο τώρα — εκεί που κάποιοι από σας μιλάνε για οικολογία των γηπέδων, εγώ θυμάμαι πως στον αγώνα εκείνο κατά της Γιουβέντους το '88, όταν ο Γιώργος Ανατολάκης σήκωσε το κύπελλο, δεν υπήρχε κανείς μεγάφωνο να διαδώσει τον ενθουσιασμό. Απλώς αυτό που υπήρχε: μια πόλη αυτήν τη φορά γονάτισε — οι γονείς σταματούσαν την οδήγηση τους στους δρόμους, οι γέροι σήκωναν τους μικρούς στους ώμους σα να έκανε η ομάδα γκολ στις πέντε η ώρα το πρωί που κανείς δεν περίμενε.
Θυμάμαι ακόμη πως μετά από εκείνο τον τελικό πήγα στον Πειραιά νοικιάζοντας ένα τμήμα αποσκευών σε ένα εμπορικό κέντρο επειδή όλα τα ξενοδοχεία είχαν γεμίσει· οι άνθρωποι κοιμούνταν στους δρόμους σαν στρατός που έχει νικήσει — μόνο που αυτό ήταν αλλιώτικο. Αυτή ήταν μια ομάδα που είχε κάτι περισσότερο από αγωνία: είχε συνείδηση ότι εκείνο το κύπελλο δεν κέρδισε ο ίδιος ο Ολυμπιακός μόνο· το κέρδισε μαζί του όλη η πόλη.
Μα όταν σας βλέπω τώρα να μιλάτε τόσο ωραιοποιημένα, μου φαίνεται σα να λέμε πως ο άνθρωπος πήγε στο φεγγάρι χωρίς διαστημόπλοιο — κάτι τέτοιες λεπτομέρειες ξεχάστηκαν εκεί μέσα στην υπερηφάνεια. Γιατί εκείνοι που ζούσαν εκείνον τον καιρό είχαν και μια δεύτερη όψη: εκείνο το λάθος σουτ του Δημοσθενόπουλου εκεί στο Ζάγκρεμπ που χτύπησε στο δοκάρι, εκείνο εκεί το γεγονός είχε περισσότερο βάρος από όσο νομίζαμε. Γιατί εκείνοι εκεί την επόμενη μέρα ξημέρωσαν όχι σαν νικητές αλλά σαν άνθρωποι που έπρεπε να επανορθώσουν κάτι που έκανε η ίδια η πόλη εκεί μέσα στο γήπεδο — σαν οικογένεια που έχασε το χρυσό της κλειδί και ξυπνάει ψάχνοντας ανάμεσα στα σκουπίδια.
Κι εσείς τώρα μου λέγατε πως αυτή η αίσθηση μπορεί να ξαναφτιαχτεί; Δεν λέω πως είναι αδύνατο, αλλά λέω πως εκείνο που λείπει σήμερα δεν είναι η ποσότητα του κόσμου — λείπει η ποιότητα εκείνης της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων που έκαναν το ΣΕΦ σαν έναν ζωντανό οργανισμό. Σήμερα υπάρχουν μεγάφωνα που φωνάζουν τύπους σα να μιλάνε σε ζώα αγροκτημάτων· εκείνοι εκεί έκαναν την ομάδα σα σπίτι όπου οι γείτονες είχαν το κλειδί της πόρτας σου όταν έκλεινες τα δικά σου παραθυρόφυλλα εκείνο το βράδυ της νίκης.
ΡΕ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ!!! ξέχασα τι είχα να πω όταν θυμήθηκα πως πριν τον τελικό της Γιουβέντους στο ΣΕΦ του '88 η μάνα μου είχε κάνει ένα γυαλιστερό τζάκετ που το φοράγαμε σαν λάβαρο στην κερκίδα Α... εκεί μέσα στο ζεστό αέρα του Αυγούστου, όταν σηκώθηκε ο Αντολίνι στο τραπέζι του διαιτητή και άρχισαν όλα εκείνα τα τραγούδια που έκαναν το πλήθος σα μια μόνη ψυχή... εκείνοι εκεί κάτω έκαναν τον ΣΕΦ σα στρατόπεδο την παραμονή μάχης: οι μπουφές ανοιχτοί στους χώρους υποδοχής, οι φωνές των γονιών που φώναζαν στους μικρούς να προσέχουν τους γείτονες ενώ εμείς κουνούσαμε τις σημαίες σα τρελοί... 🔥
κι όταν πέρασε εκείνο το γκολ του Δημητρίου — ξεχνάω πως ήταν στο 17ο... αυτό που ξέρω είναι πως την επόμενη μέρα στον Πειραιά οι πόρτες των σπιτιών είχαν ξεκλείδωτες και οι γείτονες μοιράζανε νερό στις όχλες σα να ήμασταν αδέρφια... δεν υπήρχε λέξη για τέτοια αγάπη τότε, ήταν απλά εκεί που ο Πειραιάς έκανε τον Ολυμπιακό σα δικό του αγαπημένο παιδί πάνω στη γη!
Τώρα θυμήθηκα που σ’ έναν αγώνα του ’97, καθώς βγήκαμε νικητές στο ΣΕΦ, κάποιος είχε ανέβει στην κερκίδα Κ πάνω στη σκάλα του σπιτιού του — κρατούσε ένα ηλεκτρικό μπουρμπουλήθρα ατόμου που μόλις είχε αγοράσει κι έκανε σβούρα σαν ινδός ελέφαντας, ενώ οι φίλοι γύρω του τραγουδούσαν "εγώ είμαι Πειραιώτης" σα φρικιασμένοι γκουρού! 🤣🍿 Στη συνέχεια, όταν πήγα να τον προσεγγίσω γιατί μου είχε σβήσει το βίντεο της νίκης, μου είπε πως έτσι έκανε την ομάδα του να νιώσει σα γηπεδάκι της γειτονιάς, όχι σα τσούρμο στα μεγάφωνα! Αυλαία; 🔴💥
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿