Ποιος ακόμα θυμάται εκείνο το απόγευμα του '87 όταν σκοράρουμε σαν να ζηλεύει το αήττητο…
θυμάμαι εκείνο το βράδυ στο Σπόρτιγκ σα να ήτανε χτες, όταν ο Περιστέρης σήκωσε τα χέρια σαν πύραυλος προς τον ουρανό και μας πήγε στον ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. τότε βγήκαμε στο δρόμο σαν τρελοί — τότε στη Ρόδο, στο Ψαροπούλι, όπου βρισκόμουνε εκείνη την περίοδο, βγήκαμε όλοι οι γείτονες με τις σημαίες μας σέρνοντας και τις μανάβισσες από τα ντουβάρια τους, τσίκιζαν τα γκαρσόνια στα καφενεία επειδή ξέχασαν να σβήσουν τις βρύσες, ζητούσαν ξανά ποτό βρίζοντας αστεία… εκείνες τις ώρες νόμιζες πως όλα γύρω σου κουνιόντουσαν από τους πανηγυρισμούς. εμείς εδώ στις ρουγίνες βρισκόμαστανε πέντε χρόνια πριν, όταν εκείνος ο Αγόρας έκανε μια μπιντάστα στον αγώνα της προηγούμενης χρονιάς κι οι φίλοι του ΠΑΟ έφυγαν σα σμήνος σφήκες… τι άλλαξαν τα χρόνια τώρα. τέλος πάντων, θα δούμε
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Άκου βρε μωρέ εκείνο το βράδυ στο Γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας… εγώ καθόμουνα πάνω στο φράχτη της σκάλας μαζί με τσ εκείνον τον ψηλό γείτονά μου τον Αντώνη, ρουφούσε την αύρα έτσι μιζέρια μέχρι εκείνος ο Φάσος λύγισε τους δύο υπερσύνθετους οχυρωμένους της Μπάγερν Μονάχου σα σακούλες ζαμπόν 🔥💪 εκεί που κανείς δε μπορούσε να νικήσει τον ΠΑΟ το έκανε κι έγινε 82-80 μετά από μάχη σκληρή σαν σίδερο! Κάπου εκεί γύρισα σπίτι τρέχοντας μέσα στη νύχτα σα τρελός καίγοντας τις σόλες μου γιατί το όνειρο εκείνο ήτανε μεγαλύτερο κι από το ίδιο το νυχτερινό μαραθώνιο! ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ!!!
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
τι άλλο θυμάμαι εδώ πέρα εγώ αγόρια; εκείνο το πρωινό στην Ομόνοια, βγήκαμε βόλτα σαν ομάδα - ο Παναγιώτης, ο Μπάμπης, ο Γκούμας ο ίδιος έπαιρνε την κορφή σα στρατηγός, φωνάζαμε όλοι "πάρτε τις σημαίες, πάρτε τις σημαίες!" σα να ήξερα πως ο γιος μου τότε δέκα χρονών πήρε την πρώτη του σημαία εκείνη τη στιγμή κι ακόμα τη φυλάει σαν κόρη οφθαλμού στο συρτάρι του σπιτιού... ενώ τρεις βόλτες πιο κάτω οι γειτόνισσες φώναζαν "δεν είναι παιδιά βρε, σπίτια υπάρχουν γύρω σας!"; γιατί αυτές τις στιγμές δε βλέπεις τίποτα άλλο, μόνο παντού πράσινο σα να μεγάλωσε η γη πράσινη... εκείνες τις ώρες νόμιζες πως το Βυζαντινό δεν αρκούσε πια, χρειαζόσουν μια χώρα ολόκληρη περικυκλωμένη από χρώμα ατσάλινο. αυτοί οι άνθρωποι εδώ στις ρουγίνες δε θυμούνται αυτά; αγόρια μου, να μου πείτε εσείς... τι άλλαξαν τελικά τα χρόνια;
Έτσι θυμάμαι κι εγώ εκείνο το απόγευμα του '87... Σαν να ζούσε ο ΠΑΟ πάντα μέσα σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα, σα να ’χε η ομάδα γεννηθεί μέσα στις φλόγες του αγωνιστικού πάθους και όχι στην Αθήνα. Ποιος ξεχνοίκιαζε εκείνες τις ομάδες; Αυτοί οι τύποι έπαιζαν τόσο νωρίς όσο άρχιζε ο αγώνας — σα να δένονταν αυτοί οι ίδιοι στον αγωνιστικό ιστό όσο τραβάγανε τις φανέλες τους πάνω από το κεφάλι στα ημίχρονα.
Τότε η πόλη σού μιλούσε πράσινο ακόμα κι όταν ο ήλιος πήγαινε κάτω. Στις ρουγίνες, στις πλατείες, στα ταβερνάκια, παντού υπήρχε εκείνο το ηλεκτρικό φορτίο σα να πρόκειται να γίνει ένας μεγάλος σεισμός — κι εμείς λέγαμε πως η γη τραντούσε κάτω από τους πράσινους. Αυτή η πίστη ήταν πιο δυνατή κι από το ίδιο το χρονικό όριο των αγώνων.
Σήμερα; Οι ομάδες έχουν προγραμματιστεί σαν ένα προηγούμενο σύστημα παραγωγής αγοράς, σα να βγάζεις παιδιά από μια γραμμή συναρμολόγησης μπάλας για ν’ αγωνίζονται εντός χρονοδιαγραμμάτων. Δεν λέω πως είναι λάθος αυτό — είναι διαφορετικός κόσμος. Εκείνοι όμως εκεί πέρα σ’ εκείνο το γήπεδο ήταν σα ν’ αγωνίζονται ακόμη και όταν ο αγώνας είχε τελειώσει επίσημα. Αυτή η αίσθηση αγωνιστικής ατέλειωτης δουλειάς πώς μπορείς να τη συγκρίνεις;
Δεν μιλώ για τίτλους — τους πήραν εκείνοι σίγουρα. Μιλώ για εκείνο το βράδυ που δεν πέθαινε ποτέ, για εκείνο το "θέλω ακόμη" που έβγαινε από την ομάδα πριν ακόμα ψηφιστεί ο κανονισμός του αγώνα. Αυτή η ομάδα είχε μέσα της ανθρώπους σα τον Παπαγιάννη που έκαναν πέντε βήματα παραπάνω για κάθε ένα σου, σα τον Περιστέρη που σήκωνε το βλέμμα προς τον ουρανό σα να ζητούσε επίδομα αγγέλου.
Σήμερα βλέπεις παιδιά που αγωνίζονται σκληρά — τι άλλο θες; Αυτό όμως εκείνο το βράδυ είχε κάτι ακόμα: είχε την αίσθηση ότι η νίκη ήταν δικαίωμα, όχι μόνο αποτέλεσμα προσπάθειας. Κι αυτό κάνει τη διαφορά σα ν’ ανοίγεις ένα κουτί ωρών έκτακτης ανάγκης εκεί όπου σήμερα βγάζεις ένα κουτί γάλα από το ψυγείο.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Πού είχατε κρυφτεί τόσο καιρό αγόρια; Εγώ εδώ μουρμουρίζω τα τραγούδια του Γιώργου Αλκαίου κάθε απόγευμα όταν περνάω απ’ το Σύνταγμα, εκεί που κάποτε οι μανάβισσες σταματούσαν να σκαλίζουν τις ντομάτες τους για δέκα λεπτά επειδή κάτι είχε συμβεί στον αγωνιστικό ιστό του Παναθηναϊκού. Κάτι μεγάλοι σα εμένα, που σφίγγαμε ένα χαρτί τσιγάρου στα δάχτυλα σα φύλακες μνήμης εκείνο το βράδυ, θυμάστε τίποτε; Γιατί εγώ θυμάμαι πως όταν ο Περιστέρης σήκωσε τα χέρια σαν πύραυλος εκείνο το γήπεδο δεν ήταν πια στις Λεωφόρους — είχε μεταφερθεί μέσα στο κρανίο μου, χτύπαγε μέσα στις φλέβες σα δεύτερος σφυγμός.
Κι όμως, σήμερα βλέπω αυτούς τους γέρο-μπάσταδες στις πλατείες να σέρνουν τους εγγονούς τους να τους δείξουν μία ταινία 80 λεπτών για έναν αγώνα που είχαν δει τότε ζωντανά — σα να ξεχνιόνται πως εκείνες οι στιγμές ήτανε σα μεγάλη υγρή μπογιά που είχαν βάλει στον εαυτό τους, δεν ξεθώριασε ποτέ. Εκείνο το απόγευμα στο Σπόρτιγκ, τι άλλο ήτανε; Δεν ήταν μία νίκη, ήταν μία υπόσχεση που την είχες δώσει στον εαυτό σου στην τσίχλα σου όταν είπες "θα νικήσουνε" χωρίς καν να το σκεφτείς δυο φορές.
Και τώρα; Τώρα αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι βγάζουν χάπιASPirin όταν το ΠΑΟ δεν κερδίζει σε δύο συνεχόμενους αγώνες. Ποια ήταν η αλλαγή; Η ομάδα άλλαξε πρόσοψη, αλλά εσείς αλλάξατε ψυχή; Αυτοί εκεί πέρα εκείνο το βράδυ είχαν φοβερά ελαττώματα — πόσοι θυμάστε πως ο Γκούμας έκανε φάουλ πάνω στον μεγαλύτερο σέντερ εκείνης της Μπάγερν, εκείνον τον τέρας; Αλλά εκείνο που θυμόταν η μνήμη σου δεν ήταν το λάθος, ήταν πως ο Γκούμας τραβούσε ύστερα το χέρι του σα ζήτησε συγγνώμη σα παιδί στο σχολείο.
Θα σας πω κάτι: πριν από πέντε χρόνια πήγα στη Ρουμανία σε ένα χωριό εκεί κοντά στη Βουκουρέστι, σ’ ένα καφενείο που είχε γήπεδο ποδοσφαίρου στη μέση της πλατείας. Μάζεψαν εκείνοι οι χωριανοί όλους τους ντόπιους ντροπαλούς τύπους για έναν αγώνα κρισιμότατου πρωταθλήματος Δεύτερης κατηγορίας. Κι εκεί, ανάμεσα σ’ όλα αυτά τα μοτέλ που φορούσαν όλοι τους φανέλες με μεγάλα γράμματα, είδα μία που είχε πάνω το λογότυπο του Παναθηναϊκού — ένα μικρό κομμάτι από εκείνον τον κόσμο. Ήτανε σα να βρήκα ένα χρυσό νόμισμα στον πάτο μιας παλιάς τσέπης του ιστορικού σπιτιού μου στην Πλάκα.
Μία ομάδα σα τον ΠΑΟ το ’87 δε χρειάζεται τίτλους για να χαρακτηριστεί μεγάλη — τους έχει καταχωρήσει η ίδια η εποχή σα μία εικόνα ατελείωτης προσπάθειας εκεί που τελικά όλα γύρω σου τρέμουν. Κι εκείνοι εκείνο το βράδυ δεν αγωνίζονταν μόνο γι’ εκείνον τον αγώνα, αγωνίζονταν γι’ εκείνη την εικόνα που είχαμε αρχίσει κι εμείς να φοράμε σα δεύτερο δέρμα — ένα δέρμα πράσινο σα φύλλο φθινοπώρου, ακόμα ζωντανό παρά τα χρόνια.
Εσείς τι θυμάστε όμως τελικά; Εμένα πάντως, σηκώνω ακόμη ένα ποτήρι κρασί στους ουρανούς εκείνου του Αυγούστου και παρακαλώ κάπως σα να ευχαριστήσω εκείνους τους τύπους που μου έδωσαν να καταλάβω πως ένας αγώνας μπορεί να γίνει ιστορία όχι επειδή υπήρξε νικητής, αλλά επειδή υπήρξε κάτι πιο δυνατό από μία χρονική στιγμή: υπήρξε μία αίσθηση πως η νίκη ήτανε ήδη γραμμένη στα βιβλία εκείνου του χρόνου σα μια ελάχιστη αλήθεια που κάνει τον κόσμο να γυρίζει ακόμη λίγο γύρω από τον άξονά της.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ρε καημένοι μου σα στέλνω αύριο το πρωί το ντουγρό μου στο λιμάνι των Αρχαγγέλων ψιλονακατεύομαι τη γριούλα μου:
"Μαμή, πως την βγάζω αυτήν την ιστορία; Πέρσι τον Αύγουστο που πήγαινε ο αγώνας με την Μπαρτσελόνα εκείνες οι αρχές στο μικρό σινεμά στον Καρδάση είχαν κλείσει τα βενετσιάνικα έτσι;
Κόντεψες να δεις τη Γιούλικα μέσα από μια χαραμάδα να φωνάζει σα ζηλεύει η ίδια τον Περιστέρη — κι ο Γιάννης ο μπακάλης, που δεν ξέρει από μπάσκετ από τη ζωή του, είχε βγάλει την κουρτίνα του καταστήματος και έκανε σα χορό παραδοσιακό στους πέντε ξένους που περίμεναν το επόμενο πλοίο! Τότε κατάλαβα πως δεν ήταν μπάσκετ αυτό… ήταν κηδεία μεγάλου ανθρώπου που γίνεται στο δρόμο όταν ξεμυτίζει η μνήμη σου σα τζάκι αναμμένο!" 🔥💪
Κι όμως εκείνο το βράδυ στον κόσμο του Σπόρτιγκ βγήκαμε όλοι σα μία οικογένεια φτιαγμένη από παντού — κάποιοι φώναζαν "ΠΡΑΣΙΝΟ ΣΟΥΤΕΝΕΡ ΣΥΛΛΟΓΟ!" σα τραγούδι παιδικό ενώ άλλοι είχαν μαζέψει κέρματα από τον Δήμο για το εισιτήριο της Παναγίας τις αγοράσαμε μαζί σφυρίχτρες!
Ρε ξέρεις τι άλλαξε; Πέρσι ο θείος μου στη Ρόδο μου είπε πως η ομάδα του ΠΑΟ δεν υπήρξε ποτέ τίποτε άλλο παρά ένα μεγάλο λάθος χρόνου — μου το ‘πε ξεψυχώντας στο νοσοκομείο ενώ κρατούσε ακόμη το πολύχρωμο περιδέραιο από εκείνον τον αγώνα! Αυτοί οι άνθρωποι εκεί πέρα εκείνο το βράδυ είχανε γράψει ιστορία όχι επειδή ήταν τόσοι πολλοί… αλλά επειδή είχανε την ίδια αύρα σα να μην υπήρχε κάτι άλλο στον κόσμο εκτός από αυτές τις στιγμές… 😱🤬
Ρε μεγάλοι μου αυτοί οι τσακωμοί για ιστορία... 🤣🍿 αφήστε με να σας πω κάτι για εκείνο το βράδυ του '87 όταν εγώ καθόμουνα στο σκαλί της σκάλας του Καρβουνιάρικου και έπαιζα ηλεκτρονικά με τους γείτονες (ναι, εκείνοι με τα σπιρτόκουτα σα ζουρνάδες πάνω στις πόρτες):
Ξαφνικά αρχίζει η σειρήνα κάτω στην Εθνική Οδός σα ήτανε επέμβαση αστυνομίας κι εγώ τρέχω σα μούλαρης προς την Πλατεία Ελευθερίας επειδή νόμιζα πως κάποιος βάζει φωτιά στα φανοποιεία — τι να δω; Ο Περιστέρης σηκώνει τα χέρια σαν πύραυλος και το ημίχρονο έχει τελειώσει πριν ξεκινήσει! 😱 Τότε μόνο κατάλαβα πως δεν φταίω εγώ που δεν ήξερα πώς μοιάζει νίκη — φταίει που εκείνες οι φανέλες είχαν βάλει κρυφά ατσάλι στα χέρια! 💪
Κι όσοι μου λένε "ρε παιδί μου αυτές ήταν άλλες εποχές" εγώ τους κοιτάζω λέγοντας: "Ναι ρε βρε, άλλες εποχές είχαν άλλη μπίρα κι εγώ έπινα Τουρός φτηνή!" 🍺🤣 Γιατί στο κάτω κάτω, αυτοί οι τύποι εκεί πέρα εκείνο το βράδυ είχαν βάλει περισσότερα πράσινα στη ζωή μου από τη μανάβισσα του σοκάκι — κι αυτή μου ζητούσε πάντα χρέος επειδή δεν διάβασα ποτέ τις στήλες αθλητικών!