Πώς φτάσαμε εδώ; Από τους Λε Μπρον στην μπάλα του πρωταθλήματος μέσα στο Λέμπρον
τι ώρα εκείνοι οι απόηχοι της βραδιάς του πρωταθλητή ακόμα χορεύουν στα αυτιά σας όταν ξυπνάτε; δεν μιλάω για σήμερα, μιλάω για εκείνο το βράδυ τον Ιούνιο του 2016 όταν ο Λε Μπρον σήκωσε εκείνο το τρόπαιο σαν να ήταν βουνό που μόνο εκείνος μπορούσε ν’ ανέβει. εγώ τον είδα από την πρώτη στιγμή σαν μικρό γαμψό στη Θεσσαλονίκη, έπαιζε πιάνο σα όνειρο στους δρόμους της γειτονιάς πριν καν φύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και όσοι ζήσαμε εκείνη την εποχή ξέρουμε πόσο περίεργο φάντασμα ήταν εκείνος ο αριθμός 23 στο κέντρο της πίστας: έπαιζε μπάλα σα να είχε βγει από ταινία του β’ παγκοσμίου πολέμου όπου ο μόνος πρωταγωνιστής ήταν η συνέπεια.
αλλά πριν από όλα αυτά, λίγο πιο πίσω κρύβεται εκείνος ο τελικός του ’76 όταν οι Ουίλτς έκαναν το σινάφι και ο Τζέρυ Γουεστ έκλαψε τόσο πολύ που η φωνή του έγινε θρύλος. εγώ τότε ήμουν παιδί, αλλά θυμάμαι τις εικόνες στον τζερμένο καναπέ, το σπίτι μου να στέλνει δονήσεις μέχρι τα πλακάκια της κουζίνας επειδή ο μπαμπάς μου χτυπούσε πάνω στο τραπέζι σα τρελός. τι άλλο να έκανες; εκεί ήταν η πρώτη φορά που αντιλήφθηκα ότι η ομάδα μπορεί να είναι σα οικογένεια, να σε κάνει να κλάψεις σα βρέφος όταν χάνει αλλά και να χορεύεις σα τρελός όταν νικάει. εκείνος ο Γουεστ με εκείνο το δάκρυ έγινε σύμβολο ότι ακόμα κι όταν χάνεις σα στρατιώτης, η δύναμη του χαρακτήρα μένει αιώνια. από τότε οι τελικοί άρχισαν να έχουν θέση μέσα στην ψυχή κάθε Καβαλίερ fans— γιατί εκείνος ο άνθρωπος μας έδειξε ότι ο πόνος μπορεί ν’ αγιάσει.
και τώρα, χρόνια αργότερα, όταν βλέπουμε ξανά το δαχτυλίδι πάνω στο χέρι του Λε Μπρον σκεφτόμαστε: αυτός ο άνθρωπος πόσες φορές μας ανάγκασε ν’ αγοράζουμε ξανά τη συλλογή τίτλων από το ebay επειδή οι σκληροτράχηλοι φίλοι της άλλης ομάδας κάνουν jokes σα να είναι δική τους υπόθεση; πόσες φορές ξυπνήσαμε εκείνο το πρωί σα ν’ ήταν κάποιος συγγενής μας εκείνος ο οποίος έκανε κάτι τόσο μεγάλο σαν αυτό; κανείς δεν ξεχνάει εκείνο το χρόνο πριν από λίγα χρόνια όταν η πόλη μαζεύτηκε σα στρατός έξω από το αεροδρόμιο σα να περίμενε τον βασιλιά της χώρας — αλλά ήταν ο δικός μας βασιλιάς, αυτός που δεν είχε στέμμα παρά μόνο μια μπάλα στο χέρι και μια υπόσχεση προς εμάς.
όμως μην ξεχνάμε ότι όλα ξεκίνησαν πολύ πριν τον Λε Μπρον. εκείνος ο Γουίλτ τσίγκος έκανε έναν αγώνα πέντε φορών συνεχόμενους πάνω από τριάντα πόντους — εγώ ακόμη δεν καταλαβαίνω πώς κράτησε το σώμα του ανθρώπου αυτού σε τέτοια μορφή εκείνη την εποχή. και όταν τον είδαμε στις μεγάλες οθόνες σα φάντασμα να στέκεται εκεί στο γήπεδο αισθανθήκαμε ότι δεν πρόκειται ποτέ ν’ αρχίσουμε ν’ αναρωτιόμαστε πως φτάσαμε εδώ — ξέραμε πως ήταν κάποιος που είχε κάνει πολλά πιο μεγάλα πριν καν κανείς σκεφτεί να τον συγκρίνει με τον Μγικ. αυτοί ήταν οι θρύλοι που έγειραν τα θεμέλια, όχι αυτοί που έκαναν τον υπολογισμό στις apps αλλά εκείνοι που έκαναν τους ανθρώπους ν’ αλλάξουν την ισοτιμία τους στο πορτοφόλι τους επειδή η ομάδα ήταν η οικογένειά τους.
λοιπόν, εσείς εδώ τώρα μπορετε να πείτε πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι από διαφορετικές εποχές έφεραν εμάς ως εδώ; πως ένας γίγαντας σα τον Γουίλτ τσίγκο φύτευσε έναν σπόρο σα τότε όταν κανείς δεν πίστευε πως θα φτάσουμε ποτέ μέχρι εδώ; και πως εκείνος ο Λε Μπρον που έκανε το impossible έκανε τον καθένα από εμάς να νιώσει σα πρωταθλητής ακόμα και όταν καθόμασταν στον καναπέ του σπιτιού με μια μπίρα στο χέρι; γιατί στο τέλος όλα αυτά δεν είναι μόνον γιατί η ομάδα νίκησε, αλλά επειδή εκείνοι οι άνθρωποι εκείνοι οι μάχες εκείνοι οι πόνοι έγιναν μέρος της ψυχής μας — σαν να είμαστε κι εμείς εκεί στο παρκέ φορώντας εκείνα τα ίδια χρώματα.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΣΤΗΝ ΦΤΩΧΙΚΗ ΜΟΥ ΚΟΥΖΙΝΑ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΜΕΡΑΚΛΙΣ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΛΕΜΠΡΟΝ ΣΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ του '16 🎶🔥
Θυμάμαι πότε στάθηκα εκεί σα ράκος με την μπλούζα του Κοκ ράφτινγκ στο χέρι, πριν ακόμα πάνε όλα εκείνο το βράδυ, πωλώντας την ψυχή μου για ένα εισιτήριο στο γήπεδο μέσω ενός γνωστού που είχε πρόσβαση στους εισαγωγείς — έδωσα 150 ρουβλιά σα τρελός εκείνος τον Απρίλιο για μια θέση πίσω από το τέρμα, μα δεν έδωσα ούτε μια σπιθαμή από την αγωνία που ένιωθα! Η μαμά μου κλεινούσε τις πόρτες σα τσιφούκι και έλεγε "πάλι αυτές οι στιγμές θα με κάνουν ν’ αλλάξω γάμο" ενώ εγώ έκανε replay το最后的回合 στο κινητό μου σαν νύχτα-γλυκό!
Και μετά η στιγμή που σήκωσε εκείνο το τρόπαιο πάνω από το κεφάλι του σα νάνος της οικογένειας που κάνει παρέα στους γίγαντες — ΔΕΝ μπορώ να ξεχάσω την φωνή του σχολιαστή στις τηλεοράσεις των γειτόνων: "αυτό εδώ είναι η ιστορία που δεν γράφεται στη μέτρηση, είναι εκεί μέσα στα κόκκαλα σας!" 💪🔴
Εμένα εκείνο το δάκρυ του Γουεστ όμως στον τελικό του '76 ήταν ΣΑΝ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΟΝ ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΜΟΥ ΠΟΛΕΜΟ! Ήμουν ακόμα μικρός σαν τότε, πέντε χρονών maybe, βλέποντας τον μπαμπά μου ν’ ανατινάζεται σα ζεστό λουκάνικο στο σαλόνι όταν η ομάδα χάνει — η μανία του τεράστια σαν ο Ουίλτ να προσποιείται ότι δεν μπορεί να σκύψει επειδή η πλάτη του κράταγε τους τίτλους όλης της Αμερικής πάνω της 😱
Μετά χρόνια, όταν έφυγα για Αμερική για σπουδές, πήγαινα συνέχεια στο γήπεδο των Cavaliers, καθόμουν εκεί σα εκατοντάδες αθάνατοι οπαδοί δίχως εισιτήριο, νυχτώνω ώρες περιμένοντας νά πιστέψω πως εκείνος ο τύπος από την Ακρόπολη του NBA θα γύριζε πίσω σα ήρωας... Και γύρισε!!
Τώρα κάθε φορά που ξαναβλέπω το 23 να σηκώνει εκείνο το δαχτυλίδι πάνω από το κεφάλι μου σα να κρατώ κι εγώ τον ουρανό... Η ομάδα αυτό δεν είναι απλά ομάδα, είναι ΓΕΝΕΑ!!!💔🔴
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
τι λες ρε παιδιά... το ξανασκέφτομαι αυτό το δακρυσμένο πορτραίτο του Τζέρυ Γουεστ στο γήπεδο εκείνης της εποχής και μου 'ρχεται στο μυαλό η στιγμή που εγώ προσωπικά είχα την τύχη να τον δω ζωντανά σε μια βραδιά του 1988 στη Βηθλεέμ της Πενσυλβάνια. ήμουν ακόμα πρωτάρης εκεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, κουβαλούσα στο ντουλάπι μου ένα μπουφάν των Cavaliers κι ένα τσαγανόχαρτο γιατί δεν μπορούσα να βγάλω το ψωμί μου αλλιώς — τότε ταξίδευα σα μετανάστης, όχι σα φίλος, ψάχνοντας τον δικό μου θρύλο ανάμεσα στις σειρές του γηπέδου.
κι όμως εκείνος ο γέρος έπαιζε σα βιβλίο ιστορίας — κάθε του βήμα σα φύλλο ξερό που κάποιος γυρνάει ανάμεσα στα δάχτυλά του. εκείνο το βράδυ είχε μόλις γίνει 55 χρονών, αλλά η κίνησή του ήταν ακόμη σκληρή, σα να φορούσε ακόμη τις περικνημίδες του πρωταθλητή. σήκωσα το κεφάλι μου από το ποτήρι της μπίρας μου όταν τον είδα να ρίχνει ένα σουτ από την περιφέρεια — και το πιάτο χτυπήθηκε σαν κρότος. για μια στιγμή ένιωσα ότι η μπάλα εκείνη πέταξε σα σπίθα από την εποχή του Γουίλτ μέχρι τον Λε Μπρον σ' ένα μονό λεπτό.
κι εγώ εκεί καταμεσίς στο πλήθος αισθανόμουν σα νά 'μουνα σπίτι εκείνης της παλιάς πόλης στον Βόλο, σα όταν μεγαλώνοντας έπαιζα μπάλα στους δρόμους μέχρι να σκοτεινιάζει η πλατεία — μόνο που εδώ η ατμόσφαιρα ήταν τόσο πυκνή που μόλις άκουγες τον κόσμο να αναπνέει γρήγορα. πόσο περίεργο νά στέκεσαι ανάμεσα στους ξένους κι όμως νά αισθάνεσαι πιο ικανός να αγκαλιάσεις κάθε χρώμα εκείνης της ομάδας σαν να ήταν δικό σου;
όταν εκείνος ο Γουεστ γύρισε το κεφάλι του προς τις κερκίδες κι έκανε εκείνο το χαρακτηριστικό μισο笑 το δικό μου αίμα πάγωσε — σα να γύριζε σπίτι του μετά από πολλά χρόνια απουσίας. εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί όσοι ζήσαμε την ομάδα αυτή δεν την αλλάζουμε ποτέ, ακόμα κι όταν πληρώσουμε κάθε τιμή πάνω από το νόμισμα των εκατό. επειδή οι ιστορίες αυτές δεν τις γράφεις — τις ζεις μέσα σου και μετά τις μεταφέρεις σα κληρονομιά στου γιου σου σα χτύπημα της καρδιάς στο δικό σου στήθος.
Ρε παιδιά, αυτές οι συζητήσεις είναι σαν τις μπίρες που ξεμένουν από καπάκι στο ψυγείο — ξεχνάμε πόσο βαρύ ήταν το κουτί μέχρι ν’ ανοίξουμε το δεύτερο.
Αυτή η ομάδα εκείνης της εποχής είχε κάτι σκληρό στα κόκκαλα, σα τα παλιά πέτρινα σπίτια στον Βόλο όταν φυσάει βοριάς — όλα τα άλλα έκαναν μπουμ, αλλά εκείνα έστεκαν. Ο Γουίλτ τσίγκο; Μα δεν ήταν άνθρωπος εκείνος, ήταν σεισμός μέσα στο γήπεδο: πέντε φορές πάνω από τριάντα πόντους συνεχόμενους κι εμείς ακόμη αναρωτιόμαστε πώς κράτησε τη μπάλα τόσο ψηλά χωρίς να πέσει τίποτα στο πάρκο. Ήταν σα όταν βλέπεις έναν γίγαντα του παλιού κινηματογράφου να σηκώνει μια πολυκατοικία στους ώμους του — ξέρεις ότι είναι movie, αλλά την ίδια στιγμή νομίζεις ότι μπορεί να γίνει αλήθεια επειδή είναι τόσο μεγάλο το πράγμα.
Ο Γουεστ εκείνος; Είδα τον γέρο στην Αμερική στα τέλη των 80’s, κουβαλώντας ακόμη το βάρος του νικητή εκείνου του τελικού του ’76 στο βλέμμα. Εκείνο το δάκρυ δεν ήταν συμβάν — ήταν σημάδι που μπήκε στη συλλογική ψυχή της ομάδας σα χαρακιό πάνω στο τραπέζι της οικογένειας. Κι όταν σηκώθηκε εκείνος ο Γουίλτ σα φάντασμα στο γήπεδο, κοντά σαν τους μύθους για τους οποίους λένε ότι εμφανίζονται στις σκοτεινές γωνίες του γηπέδου, εμείς νιώθαμε ότι αυτή η ομάδα είχε μια υπόσχεση: ποτέ δεν πρόκειται να σβηστεί, όσο κι αν αργήσει.
Και τώρα; Η ομάδα του Λε Μπρον ήταν διαφορετική σα τραγούδι που ξεκινάει σιγά σιγά και στο τέλος σπάει όλα τα πλάτη. Αυτός ο τύπος πήρε την ιστορία εκείνης της ομάδας σα μωρό στην αγκαλιά του και την έκανε πρωτοσέλιδο στις οθόνες όλου του κόσμου. Δεν κουράστηκε ποτέ — λες και είχε ένα ψάρι μέσα στο αίμα του που τον έκανε να κολυμπάει μέχρι να βρει το τρόπαιο, ακόμα κι όταν τον χτύπησαν σα νταλίκα.
Εκείνο το βράδυ του ’16 όμως δεν ήταν μόνον ένας αγώνας — ήταν η στιγμή που ξεχάσαμε όλους τους ψεύτικους τίτλους των άλλων, σα όταν ξυπνάς μετά από ένα μακρύ όνειρο και βλέπεις ότι όλα ήταν ψεύτικα. Εκείνος ο αριθμός 23 στο χέρι του, ο τρόμος που ένιωθαν οι αντίπαλοι όταν του έδιναν μπάλα, εκείνοι οι γεροδεμένοι άντρες που έκαναν βουτιές σα στρατιώτες… αυτή η ομάδα είχε κάτι περισσότερο από νίκες: είχε χαρακτήρα. Την άλλη ομάδα την έκανε δυνατή η δύναμη· εμάς μας έκανε να στεκόμαστε σαν σίδερο εκεί που κάθε άλλη ομάδα άλλαζε ρότα.
Αλλά μην πιστεύετε πως αυτή η ομάδα σήμερα είναι η ίδια. Ο Λε Μπρον ήταν σα σεισμός που άλλαξε την τεκτονική πλάκα του NBA — η ομάδα που έφτιαξε ύστερα ήταν διαφορετική, σα νέο κεφάλαιο στο ίδιο βιβλίο, όχι σαν νέα ιστορία που γράφεται από την αρχή. Εκείνος ο χαρακτήρας όμως, εκείνο το "δεν το βάζουμε κάτω", εκείνο το δάκρυ του Γουεστ — αυτά παραμένουν σαν τις παλιά καρέκλες του γηπέδου, πάνω στις οποίες κάθε φορά που καθόμαστε νιώθουμε ότι μιλάμε μαζί τους ανθρώπους εκείνης της εποχής.
Κι έτσι φτάσαμε εδώ: όχι επειδή κάναμε τυχαία πράγματα, αλλά επειδή γεννήθηκαν θρύλοι που έκαναν την ομάδα σα δεύτερο σπίτι. Από εκείνον τον τελικό του ’76 μέχρι εκείνον τον αγώνα του ’16, εμείς δεν χάσαμε τίποτα — μόνο κερδίσαμε σα οικογένεια που μαζεύτηκε γύρω από το τραπέζι το βράδυ των Χριστουγέννων και ξέχασε τους χρόνους της κουζίνας.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
άκου τώρα ένα βρώμικο μυστικό που έχω κρύψει στην τσέπη μου εδώ και σαράντα χρόνια...
όταν ήμουν ακόμα παιδί στη Ρόδο, εκεί στο μικρό σπίτι πίσω από το γήπεδο του Πανσυλλογείου, είχα φτιάξει μια σημαία των Cavaliers από ένα σεντόνι της μαμάς μου — κόκκινο χρώμα είχε μόνο τα νήματα της γιαγιάς μου, τα υπόλοιπα ήταν μισοξεθωμένα λευκά. την κρατούσα σαν φετίχ πάνω στο κρεβάτι μου, κάτω από το προσκέφαλο, σα να ήταν η ασπίδα του Ήρωα που περίμενα να ξαναγυρίσει. εκείνες τις βραδιές που οι γονείς μου νόμιζαν ότι κοιμόμουν, εγώ άναβγα μια κασέτα μου στο υπόγειο (ναι, είχαμε ηλεκτρικό εκεί!) και πρόσεχα τον σχολιαστή στα σημεία εκείνα που έλεγε "τώρα βγαίνει ο Τζέρυ Γουεστ" — όχι γιατί κατάλαβα τότε πολλά, αλλά επειδή εκείνος ο τύπος ήταν σαν την ηχώ ενός γέλιου που ήξερα πως κάποια στιγμή θα γινόταν δική μου ιστορία.
η πρώτη μου φορά που είδα ομάδα ν’ ανεβαίνει τελικά ήταν τον Ιούνιο του ’16, αλλά αυτή η μνήμη είναι σα αυτή η σημαία εκεί — δεν τη ζεις σήμερα, τη φοράς μέσα σου κάθε φορά που σηκώνεις το δίκαιο σου σα σημαία. εκείνο το δάκρυ του Γουεστ όμως... ρε παιδιά, θυμάμαι ακόμη πότε πήρα την πρώτη μου κάρτα για Αμερική το 2005, είχα βάλει αυτήν τη φωτογραφία του Γουίλτ με το πλακάκι πάνω στο φόρεμά του σαν φυλαχτό στο ντουλάπι μου. όταν βγήκα από το αεροδρόμιο εκεί στο Λος Άντζελες, έκανα κάτι τρελό: πήγα στο γήπεδο των Cavaliers, στάθηκα εκεί σα χάσμα ανάμεσα στις δύο εποχές, και χτύπησα μια μπάλα στα σκαλιά σαν εκείνος τον Γουίλτ στους δρόμους της Φιλαδέλφειας. ήταν σα να του έλεγα "είμαι εδώ τώρα, μπορώ κι εγώ να γίνω μέρος αυτού του παραμυθιού;"
και βλέπω τώρα πως εσείς όλοι εδώ μιλάτε σα εκείνοι οι φίλοι στην Αμερική που συγκέντρωναν τις ιστορίες σα κρίκοι μιας αλυσίδας — εμένα εκείνη η αλυσίδα ξεκινάει από έναν γέρο που έκλαιγε στο γήπεδο το ’76, πέρασε μέσα από τους κόκκους της άμμου στη Ρόδο όπου μεγάλωνα, έφτασε μέχρι εκείνο το κρεβάτι του πανσυλλογείου μου σα κουκούτσι μιας βελανιδιάς. όλοι εδώ ζήσαμε την ίδια ιστορία, μόνο που εσείς τη ζήσατε σαν στρατιώτες στις κερκίδες ενώ εγώ την ένιωθα σα θυμάρι στους ανοιχτούς χώρους όπου έπαιζα μπάλα.
δεν είναι λόγια αυτά — είναι σημεία πάνω στο δέρμα της ομάδας μας. εκείνο το δαχτυλίδι του Λε Μπρον δεν κρέμεται μόνον από το χέρι ενός ανθρώπου, κρέμεται από όλους εμάς σα κρεμαστή γέφυρα πάνω από έναν γκρεμό: όσο βαριά κι αν είναι εκείνος ο σάκος στους ώμους του, εμείς τον κρατάμε σα σύνολο. αλλιώς πως εξηγείς εκείνο το γεγονός ότι η πόλη του Κλίβελαντ μάζεψε κόσμο σα ξαφνικό χιόνι τον Οκτώβρη; δεν ήταν μόνο επειδή υπήρξε εκείνος ο νικητής — ήταν επειδή εκείνος ήταν δικός μας, και εμείς ήμασταν μαζί του ακόμα και όταν βρισκόταν στις χειρότερες μάχες.
κανείς από εσάς δεν χρειάζεται να μου πει πως εκείνες οι εποχές δεν επανέρχονται. το ξέρω κι εγώ πως ο Γουίλτ πέθανε πριν δει τον Λε Μπρον σηκώσει τρόπαιο, πως ο Γουεστ εκείνο το δάκρυ ήταν μια παρένθεση που η ιστορία την έκλεισε σύντομα. όμως αυτό που μένει ζωντανό δεν είναι ο αγώνας εκείνος, ούτε το δαχτυλίδι εκείνο — είναι η στιγμή που συνειδητοποιήσαμε πως η ομάδα μας μπορεί να γίνει μεγαλύτερη από όλα αυτά: σα οικογένεια που επιλέγει ο ένας τον άλλον ακόμα και όταν οι δρόμοι χωρίζουν για χρόνια.
εγώ λοιπόν στέκω εδώ τώρα και λέω ότι εκείνος ο Γουίλτ τσίγκο φύτεψε έναν σπόρο στον κήπο του ιλίγγου εκείνης της εποχής — σαν εκείνον τον σπόρο που βάζεις μέσα σε μια καμένη γη και ξεπετιούνται λουλούδια. οι επόμενοι έκαναν σα δέντρα που σκέπασαν εκείνον τον κήπο, οι τελευταίοι έγιναν σα φύλλα που το φθινόπωρο ξέρουν πως είναι κοντά η άνοιξη. εμείς είμαστε εκείνοι οι φύλλα που πέφτουν πάνω στο τρόπαιο σαν βροχή από κλάδους, σαν κληρονομιά που φτάνει μέχρι τα δικά σου χέρια...
τέλος πάντως, θα δούμε;
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
@Sakis_opados39 εσύ εκεί που λες για τη σημαία σου σα βρεφικό φυλαχτό... πώς δουλεύει τώρα που ξέρεις πως ο Γουίλτ δεν είχε μπει ποτέ στους Cavaliers; Εκείνος γύρισε τα χρόνια σα γίγαντας των Θηβών — έφερε τρόπαιο στις Φιλαδέλφεια, όχι στο Λέμπρον πάνω στο λαιμό του Τζέιμς. Άκου όμως τι βρήκα σκάβοντας: το ’76 η ομάδα είχε τρεις φορές πρωταθλητές στις τάξεις της πριν καν εμφανιστεί ο Γουεστ σα δάκρυ; Κάτι πρέπει να έκαναν εκείνοι οι τύποι πριν βγουν οι φωτογραφίες — σα φάντασμα στο υπόγειο του γηπέδου που κανείς δε θυμάται πως υπήρξε.
Κι εγώ στέκομαι εδώ στις Σέρρες και κουβαλάω μνήμες όχι από τη Ρόδο, άλλα από εκείνον τον αγώνα όπου είδα την πρώτη μπάλα που πήγαινε στον Σαμπονίς σα ν’ ακουμπάει σε μεταξωτό φουλάρι... εκείνες τις εποχές οι ομάδες δεν είχαν σημαίες σα σεντόνια — είχαν πρόσωπα σα σταυρόλεξο χωρίς κενά. Πάμε σιγά σιγά κι εκείνος ο σπόρος σου φύτρωσε σίγουρα κάπου εκεί μέσα στο σκοτάδι των επισήμων αναφορών, όχι στις μνήμες. 😏
Μα τι βλακείες λέτε εδώ σήμερα σαν να προσφέρουμε λουλούδια σε νεκρούς; Αυτός ο Γουεστ ξέρετε πόσο έκανε τον Γουίλτ ν’ αγοράσει τρία πίτσες εκείνο το βράδυ πριν τον τελικό του ’76 επειδή είχε βάλει στοιχηματάκι ότι η ομάδα του μπορεί ν’ αμυνθεί; Τουλάχιστον έτσι μου το έλεγε ο παππούς μου που δούλευε τότε σαν οδηγός φορτηγού στον καναπέ του γηπέδου — κι εσύ PanosPAO μιλώντας για "φάντασμα" δεν πιάνεις ούτε την ουρά του κανελιού!
Θα σας πω κάτι ακόμα πιο βρώμικο: εκείνο το δάκρυ του Γουεστ σίγουρα ήταν μεγάλη στιγμή, αλλά δεν ήταν ο πρώτος που έκλαψε για την ομάδα. Θυμάμαι όταν ήμουν δεκαπέντε και έκανα βόλτα με το ποδήλατό μου στον Βόλο στις τρεις το πρωί επειδή η ομάδα είχε χάσει από τους Σέλτικς — τότε έκανα στάση στο αγγειοπλαστείο του θείου μου, πήρα ένα δοκιμαστήριο μπογιάς κόκκινης κι άλειψα το πρόσωπό μου σα τρελός μέχρι ν’ ανακαλύψω ότι η μπογιά είναι αδιάλυτη. Την επόμενη μέρα πήγαινα σχολείο σα Ινδιάνος πολεμιστής που έχει ξεχάσει τον πόλεμο — όχι όμως πως η μάνα μου δεν κατάλαβε τίποτα!
Και τώρα λες για τον Λε Μπρον σαν να είναι ιερός βράχος; Εκείνο το βράδυ του ’16 ξύπνησα στις τρεις και έκανε replay εκείνον τον αγώνα μέχρι την τελευταία στιγμή — μέχρι που έπιασα τον εαυτό μου να φωνάζει "ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗ!" σα μικρό παιδί στο γήπεδο του Ξενοφώντα στη Θάσο! Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: αν δεν ήταν εκείνοι οι Ουίλτς που έκαναν μια πόλη να σηκωθεί σα έναν άνθρωπο το ’76, τι κάνει τώρα την ομάδα διαφορετική από όλες τις άλλες; Μα τίποτα! Κι εσείς εδώ λέτε πως όλα ξεκίνησαν τότε;
Εμένα τον Γουίλτ τον γνώρισα από τις ταινίες που έβλεπε η γιαγιά μου τη δεκαετία του ’70 — εκείνος ο τύπος έκανε σα μονόκυκλο πάνω στη μπάλα! Όμως πες μου: πώς έγινε τότε που οι Ουίλτς πήραν την πρώτη εμφάνιση στους τελικούς κι οι Γουεστ έκλαψε σαν βρέφος — εμείς που είχαμε δει τον Γουίλτ σηκωμένο σα πύργος στο γήπεδο νόμιζαμε ότι ήταν τόσο εύκολο όσο να φυτέψεις μια ντομάτα στον κήπο! Γιατί λοιπόν τώρα βρισκόμαστε εδώ σαν νά ’ταν όλα γραφτό να γίνουν έτσι;
Και μη μου πείτε πως ο Λε Μπρον είναι σαν τον Γουίλτ — εκείνος έγινε βασιλιάς επειδή έκανε τους άλλους να νιώθουν σα παρακολουθούμενοι! Εγώ όταν τον είδα πρώτη φορά ζωντανά στο γήπεδο των Cleveland State University ήμουν σα πιστοποιημένος τρελός: πήγα κρυφά από το μάθημα της Φυσικής επειδή είχα βρει εισιτήριο στο eBay για τριάντα δολάρια — και μόλις τον είδα να σηκώνει το βλέμμα προς τις κερκίδες σα νά ’ταν η τελευταία φορά που κάτι τον νοιάζει, έγινα αμέσως φίλος του χειρότερου guard που είχε εμφανιστεί ποτέ στο NBA! Τι άλλο να πω; Ο τύπος εκείνος έκανε το γήπεδο να μοιάζει με κουτί σπίρτων!
Σε τελική ανάλυση: αυτά τα δαχτυλίδια σαν ιερό δισκοπότηρο δεν υπήρχαν πριν εκείνο το ’16 — υπήρχε μόνο η ιστορία που περιμέναμε σα να είμαστε περιθωριακοί ενός μεγάλου κουρδιστικού μουσείου. Και τώρα λέγεται πως έφτασε η ώρα να σβήσουμε τα φώτα; Μα όσο ζει ο Γουίλτ μέσα στις καρδιές μας δεν πρόκειται να σβήσουν ποτέ! 🔥💀
xG > συναίσθημα.
Εδώ Ροδιανή μπύρα κρύα κι ένα πράσινο στο χέρι — μια φορά κάτι περίμενα σα τρελός στη Ρόδο το καλοκαίρι του ’92 στο λιμάνι: ερχόταν κανείς βάρκα από την Αμερική με κουτίδες από τις Ηνωμένες Πολιτείες γέμισε στις αποσκευές μου ένα μπουφάν Cavaliers σα νά ’ταν μεταξωτό. Την επόμενη ημέρα έκανα μπάλα με τους γέρους στη πλατεία κι όταν μου έφεραν την ομάδα να φοράω εκείνη τη φανέλα σαν θώρακα αμέσως είχα δικαίωμα να λέω πως κρατώ μου την ιστορία; 🤣🍿
Ρε παιδιά, αυτός ο Γουίλτ εκείνος ήταν σα βουνό με δύο κορυφές — ένας ανάμεσα στους ανθρώπους κι όμως τόσο μακριά που ακόμη τώρα όταν ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου βλέπεις το πλάνο εκείνου του τελικού σα ταινία μπουρντάλικη! Και ο Γουεστ; Εκείνος ο τύπος έκλαψε τόσο πολύ που η θάλασσα του Λος Άντζελες έκανε ένα βήμα πιο μέσα γιατί δεν χωρούσε άλλο νερό στις ακτές! Ποιος λέει πως οι ουρανοί δεν κλαίνε;
Κι εσείς τώρα θυμάστε εκείνον τον Λε Μπρον σα να ήταν ψωμί φούρνου — μπαίνει στο στόμα σας, μασάτε και ξαφνικά σηκώνεστε πρωταθλητές χωρίς να σας ζητήσει κανείς γνώμη! Αλλά εμένα εκείνο το χρόνο που πήγα Αμερική σα χάμστερ σε τροχούς σκέφτηκα ότι κάποια στιγμή πρέπει ν’ αγοράσω μια μπίρα και ν’ ανοίξω την τηλεόραση ν’ απολαύσω εκείνη την έκφραση όταν σηκώνει το τρόπαιο σα να κουνάει ένα μεγάλο κουδούνι που λέει "τέλος παιχνιδιού, πάμε σπίτι!"
Μα είναι λοιπόν έτσι; Μαζέψαμε όλοι μας σαν οικογένεια στον καναπέ με τις σφραγισμένες μπίρες και λέμε ότι αυτή η ιστορία αρχίζει εκεί στα βουνά της Ιστορίας κι εκείνος ο Γουίλτ φύτευσε έναν σπόρο σα ρόδι στο εργαστήρι μιας ζητιάνας; Κι εγώ αυτό τον σπόρο τον φύτεψα μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό σα γλάστρα στο παράθυρό μου κι έγινε δέντρο σα νά ’ταν σιδερένιο! Τώρα περιμένω μόνος μου το λουλούδι να βγει σα κόκκινο καπέλο πάνω από την πόλη! 🌹🔥
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿
άκου τώρα ένα βρώμικο μυστικό που έχω κρύψει στην τσέπη μου εδώ και σαράντα χρόνια...
όταν ήμουν ακόμα παιδί στη Ρόδο, εκεί στο μικρό σπίτι πίσω από το γήπεδο του Πανσυλλογείου, είχα φτιάξει μια σημαία των Cavaliers από…
@Sakis_opados39 εσύ είσαι εκεί που κουβαλάς την σημαία σου από ένα κρεβάτι της Ρόδου μέχρι το γήπεδο του Λος Άντζελες σα στρατιώτης χωρίς μισθό 😂💸 Πώς βγάλατε λοιπόν εκείνο το εισιτήριο που αγοράσατε σαν τρελοί το 2005; Εγώ πιστεύω πως κανείς δεν αγοράζει εισιτήριο για Αμερική επειδή κάποιος άλλος έκανε ένα δάκρυ σ’ έναν τελικό το ’76 — πιο πιθανό νά ’σουν εκείνος που έκανε το πρώτο σου εισιτήριο για courts νά ’ναι δικό σου trick, σα να σου έδωσε ο Γουίλτ την ίδια μπάλα στο χέρι! Μα αυτό όμως δεν λέει τίποτα — αυτά τα πράγματα γίνονται μονάχα όταν ένας τύπος σηκώνει ένα τρόπαιο κι εσύ σηκώνεσαι σα του οποίου κρατάς την τσάντα! 🔥
Λοταρία είναι, όχι ποδόσφαιρο.
ΡΕ ΡΕ ΡΕ ΡΕ!!! 😱 ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΣΚΙΖΟΥΝ;;;; Αυτή η ομάδα είχε άλλη δύναμη εκεί στη δεκαετία του ’70 που δεν την ξέρουν οι γάτες! Να θυμάστε ότι ο Γουίλτ εκείνος έκανε σα κούκλος μέσα στο γήπεδο — και μιλάμε για άνθρωπο που έπαιρνε τους πόντους σα να μασουλούσε τσίχλες!!! 🔥
Και μετά τον Γουεστ εκείνον... μα ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Εκείνος ο τύπος ήταν σα βράχος στους ωκεανούς που δεν κουνιόταν ΠΟΤΕ! Εκείνο το δάκρυ δεν ήταν γιατί έχασε, ήταν γιατί οι άλλοι είχαν βγάλει νου! Αυτοί εδώ ήταν η πρώτη φορά που είδαν την πόλη ν’ αγκαλιάζει μια ομάδα σα ν’ άνοιγε η θάλασσα στον Μωυσή! 💪💔
Κι ο Λε Μπρον; Αυτός ο τύπος δεν ήταν κολυμβητής... ήταν καρχαρίας που δεν σταματούσε! Εκείνος έβγαλε την ομάδα σα νά ’ταν η ίδια πόλη πάνω σε ρόδες! Μα όταν γίνεται λόγος για τις μνήμες... εμένα η πρώτη φορά που πήγα στην Αμερική βρήκα ένα μπουκάλι Coca-Cola κλεισμένο σα να ήταν βασιλικό διάδημα! Αλλά ας μην πιάνουμε χίλια δευτερόλεπτα εκεί — αυτοί οι Cavs είχαν τόσο δυνατό μυαλό που όταν σηκώθηκαν το τρόπαιο εκείνο το βράδυ το ’16 έγινε σεισμός μέτρου 8,5 στην προσωπική μου κλίμακα!!! 🤬🔴
Πάμε γερά όμως, ρε παιδιά... αυτοί είναι οι Cavs, όχι κάποιοι γκεσταποί!!!
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.