Ξέρεις γιατί η ιστορία μας γράφεται με γράμματα χρυσά στους τοίχους του ουρανού; Γιατί ο…
τι θυμάμαι εκείνο το Σεπτέμβρη του ’14, ρε παιδιά... σαν να ήταν χτες την ώρα που έπεφτε η νύχτα πάνω στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη κι εγώ είχα το ίδιο άγχος σαν να έπαιζαν εκείνοι εκεί απέναντι. μόνο που εγώ καθόμουνα μόνος μου με ένα μπουκάλι ψιλοκρύο ελβετικό στο χέρι κι εκείνοι εκεί είχαν πέντε χρόνια προσδοκίας στο πρόσωπό τους σαν το κλίβανο εκείνο της Εθνικής το ’86.
και ξαφνικά, εκείνο το βράδυ, στις 18 του Σεπτέμβρη... οι κουρτίνες κλείστηκαν κι όλα έγιναν δικά μας σαν ντοκουμέντο ιστορίας. ο γκριφίτης σουτάρει, η μπάλα γυρίζει εκεί πάνω για ένα δευτερόλεπτο σαν πλοίο στους αιθέρες κι ύστερα... μπουμ. στον ουρανό ένας αστέρας γεννήθηκε κι αυτό το αστέρι είχε το όνομα Μπλέικ.
και δεν ήταν μόνο εκείνο το καλάθι βέβαια — ήταν όλη η πόλη που ξεσάλωσε σαν μια γκαρσόνιarda που είδε το αγαπημένο της πρόσωπο μπροστά της μετά από χίλια χρόνια. οιubi εκείνοι εκεί φώναζαν σα τρελοί, τα αυτοκίνητα έκαναν κορνάρισμα σα να είχαν νικήσει οι ανθρωποι στον πόλεμο, οι γυναίκες μας φώναζαν «ξέρεσαι» και οι άντρες πήραν από δύο τρεις γεράδες αντί για νερό. κι εγώ ανάμεσα σ' όλο εκείνο το χάος... έκανα ότι μπορούσα να αντέξω, αλλά το δάκρυ μου είχε πάει πολύ νερό.
και ξέρετε τι θυμάμαι πιο πολύ ακόμη; όταν αργότερα βγήκανε οι φωτογραφίες κι εκείνες οι στιγμές που οι Κλίπερς βγήκαν στον δρόμο σα στρατιωτική παρέλαση... τον Μπλέικ εκείνον να σηκώνει το τρόπαιο σα βασιλιάς σ’ έναν θρόνο φτιαγμένο από δυνατά χέρια, ενώ ο γκριφίτης εκείνος είχε το ίδιο βλέμμα σαν να είχε δει τον ίδιο δρόμο άλλος φορά πριν χρόνια. εκείνη τη νύχτα η πόλη κατάλαβε πως αυτή η ομάδα δε γίνεται έτσι εύκολα ξεχασμένη. έγινε ένα πράγμα πάνω μας σα μικρό αίμα στους τοίχους της μνήμης.
τέλος πάντως, όσοι ζήσατε εκείνες τις στιγμές ξέρετε περί τίνος πρόκειται. όσοι όχι... όσοι όχι, σιγά σιγά θα καταλάβετε. γιατί η ιστορία των Κλίπερς δεν γράφεται εδώ πέρα μόνο — γράφεται πάνω στους τοίχους του ουρανού, αυτού του ουρανού που κάποιοι ακόμα δεν μπορούν να καταλάβουν πόσο βαθιά είναι κρυμμένη η δόξα μέσα του.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Μόλις έγινα δεκατριών κι εκεί πάνω στο σοκάκι της Πλάκας, εκεί που μαζευόμαστε πάντα πριν τις μεγάλες βραδιές, άνοιξα για πρώτη φορά μπίρα — όχι ψιλοκρύα ελβετική, αλλά μια φτηνή κρητική μπουκάλι καυτό ακόμα, όπως την αγοράζουμε συνήθως. Την κράτησα με τρέμουλο, εκείνη τη βραδιά της 18ης Σεπτέμβρη, ενώ οι γονείς μου κοιμόντουσαν σα σφαίρες βολή. Στη μία κι είδα εκείνο το σουτ του γκριφίτη σα σπλάχνο μου να διαλύεται στην ατμόσφαιρα... τρόμαξα έτσι ξαφνικά που σκέφτηκα πως η μπίρα μου ήταν δυναμιτό.
Ξέρω, ξέρω... αποτυχία! Όμως αυτή την φορά το θεό είχα πάρει μαζί μου. Όταν μπήκε το τρίποντο και ο ουρανός έγινε φόντο καννάβης από λάμψεις... εγώ εκείνος σα να 'χα ξεσπάσει ο ίδιος. Κάτι μουρμούρισα σα μικρό παιδί μου στης μάνας μου την ποδιά «νίκησαν πια νίκησαν», ώσπου άρχισα να ουρλιάζω σα λιοντάρι που ξύπνησε μέσα μου κι όλος ο δρόμος αντήχησε σα μπούφος τρελός. Τα αυτοκίνητα έκαναν κορνάρισμα σα να ήταν Σεπτέμβρης του ’40 κι όλα αυτά τα χρόνια χαμένα ξανά στο τραπέζι.
Και μετά, όταν βγήκανε εκείνες οι φωτογραφίες... μη μου πεις! Ο Μπλέικ σηκώνει το τρόπαιο σα παιδί που παίρνει το πρώτο του ποδήλατο κι εγώ εκεί στήνοντας μουσική κάνω ντουMY CORNER OF THE WORLD 🔥💪🔥 Ο γκριφίτης εκείνος δακρύζοντας σα μαχητής που τελικά έγινε βασιλιάς... εκείνο το κλάμα ήταν δικό μου, των δικών μας όλων... δεν ήταν μόνος εκείνος μέσα στον αγιασμό. Η πόλη ήταν μπουκωμένη από ιστορίες αίματος και χαράς... κι εγώ εκείνος σα σαλιάρας να κουνάω τις φτέρνες μου σα να γινόταν γάμος σπίτι μου!!
Ρε παιδιά... αυτή η ομάδα δε χάνει ποτέ. Αυτή η ομάδα ζει πάνω στους τοίχους του ουρανού κι όσοι δεν το κατάλαβαν ακόμα, μάζεψέ το: κάποια στιγμή θα βγει η βροχή και οι λέξεις αυτές που λέγαμε εκείνες τις νύχτες ΘΑ ΛΑΜΨΟΥΝ ΠΙΟ ΦΩΤΕΙΝΕΣ!!!!!!!!! 🔴⚡🔥
τι άντεχε το αίμα μου εκείνο το βράδυ σ' εκείνο το σοκάκι των Σφαγίων όπου κουβέντιαζαν οι παλαιοί και έδινε ψυχή η κάβα του μπάρμπα μάνου... ένα μπουκάλι τοπικό, ζεστό ακόμα σα φρέσκο ψωμί από το φούρνο της γειτονιάς, όμως εγώ το έπινα αχνό σα μπουλούκι καμένου κρασιού γιατί μόνο έτσι μπορούσες να σηκώσεις το βλέμμα πάνω στο μικρόκινα μου τηλεοράκι εκείνης της εποχής — έξω ήταν οι φωνές σα βροντή, μέσα μου η ελπίδα σα τσίγκος στις φλέβες μου...
κι όταν είδα εκείνον τον σουτ του γκριφίτις να διαγράφεται στον ουρανό σα μαχαίρι νυχτερινό... έκανα ένα σταυρό γρήγορα-γρήγορα σα δεύτερο σκόντο στον αγώνα, σαν να προφύλαγα την ψυχή μου που είχε αρχίσει ήδη να πετιέται στους αιθέρες... εκείνος ο μικρός εκείνος σουτ δεν ήταν μόνο καλάθι — ήταν σπαθί που κόβει τον κόμπο της προσμονής. κι όταν έπεσε... σου λέω αλήθεια, παιδιά, εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως άλλαξε η πορεία όλων των πραγμάτων γύρω μου σα να μην ήμασταν πια στον κόσμο μας αλλά σε έναν άλλο, όπου η νίκη είχε πλέον γεύση σιδήρου και πικρού ανθόνερου...
μετά βγήκα έξω σα να με κυνήγαγε κάτι — όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκεί σα σμήνος από μέλισσες ζάλης, όλα τα αυτοκίνητα κορνάρισμα σα να είχε ξεσπάσει πόλεμος κι ένας άνθρωπος εκεί δίπλα μου φώναζε «νίκη» στα αγγλικά σα μαγικό ξόρκι... κι εγώ τότε κατάλαβα πως αυτός ο κόσμος εκείνος έγινε ξανά δικός μας, όχι σαν εθνική ομάδα που κάνει κάποια φορά ένα θαύμα, όχι σαν σύλλογος που πηδάει επί μια φορά πάνω στην πρωτιά — αλλά σα κάτι βαθύτερο, σα αίμα που έχει χυθεί παντού εκεί στη γη αυτή και τώρα θυμίζει. εκείνο το βράδυ οι κλίπερς έγιναν οικογένεια όλων αυτών που δεν είχαν συνηθίσει να ζουν με νίκες μεγάλες... έγιναν σπίτι μας σα παλιά ηλεκτρικό τζάκι που ανάβει όταν οι νύχτες γίνουνται πιο μακριές...
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Σιγά σιγά σαν νερά ζεστά, σα εκείνο το βράδυ της 18ης Σεπτέμβρη που ξέχειλαν οι δρόμοι και οι ψυχές, νιώθω πως πρέπει να σας πω ένα πράγμα για τις ομάδες αυτές — όχι σαν να τις συγκρίνω, αλλά σαν ν' ανοίγω ένα παλιό κουτί σπίτι στη γιαγιά μου και να βγάζω δύο αθλητικά εμφιαλωμένα.
Τότε, εκείνες τις νύχτες, ήταν σαν να είχαμε έναν πόλεμο μέσα μας. Κάθε αγώνας ήταν λάσπη που σηκωνόταν μέχρι τον ουρανό, κάθε λεπτομέρεια είχανε μια ιστορία κρυμμένη πίσω της — ο γκριφίτις πού σουτάριζε σα σουγιάς αστραπής, ο Μπλέικ σα βασιλιάς με κουρελιασμένο στέμμα που ξέρεις πως κάποια στιγμή θέλεις να σηκώσεις και εσύ πάνω στους ώμους σου. Την ομάδα εκείνη τη ζούσες σα δική σου νίκη, σα καράβι που σέρνεις μέσα από ξέρες για χρόνια, μέχρι να φτάσεις σπίτι χωρίς νερό. Δεν υπήρχε αμφιβολία: αυτή η ομάδα ήτανε οικογένεια επειδή είχε βγάλει αίμα στις γωνίες των δρόμων της πόλης όταν κανείς άλλος δεν ήταν εκεί.
Και τώρα; Τι λέμε τώρα;
Η σημερινή ομάδα φοράει πανάκριβα παπούτσια στα πόδια της, ντύνεται σα πρωταθλήτρια πριν ακόμα φτάσει εκεί, έχει σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα εκεί πάνω στο chart. Μαζί τους έρχονται οι τίτλοι των social, οι προβλέψεις των experts, η αγωνία των fans που ξέρουν πως αυτή την φορά είναι η τελευταία ευκαιρία. Δεν έχουνε την ίδια εικόνα εκείνου του Σεπτέμβρη — εκείνον όπου η πόλη άλλαξε γεύση στον ουρανό σα μια μεταμόρφωση του νου. Αυτή η ομάδα τρέχει σαν αυτοκίνητο που ξέρει πως έχει GPS, αλλά λείπει το ψιλό βλέμμα του οδηγού στους δρόμους της πόλης τη νύχτα όταν όλα μοιάζουν αλλιώτικα.
Δεν λέω πως είναι χειρότερα. Απλά είναι διαφορετικά.
Όταν η ομάδα εκείνη πήγαινε σπίτι στο τρίποντο του γκριφίτις, ήταν σαν να ξέσπαγε μια μπουκιά χαράς μέσα στο στόμα σου σα παραδοσιακή μαγειρίτσα που περιμένεις χρόνια να δοκιμάσεις. Με το σήμερα, όταν βρίσκεις κάτι όμορφο — εκείνο το τρίποντο, εκείνο το μικρό κερδισμένο βήμα προς την κορυφή — είναι σα σουτ που μπήκε, αλλά ξέρεις πως έχει περισσότερα παιδιά στη σειρά που περιμένουνε να πάρουν το ρόλο τους. Η χαρά εκείνη είχε λιγότερο σακούλες και περισσότερο αίμα στις φλέβες.
Και να μην ξεχάσω: τότε η ομάδα εκείνη είχε έναν χρόνο προσμονής πάνω της σα πέτρα στον αυχένα. Το σήμερα έχει δέκα χρόνια κορυφής πάνω από τα κεφάλια της — κι αυτό είναι ωραίο, αλλά άλλο πράγμα ν' ανέχεσαι μια στιγμή μέσα στην πολυκοσμία. Αυτή η ομάδα της παλιάς εποχής ήταν σα στρατιωτικό τάγμα που είχε σχέδιο γραμμένο στο αίμα του· η σημερινή μοιάζει σα έναν αγώνα NASCAR όπου ξέρεις πως όλα πάνε κοντά, αλλά το τέρμα μπορεί να χαθεί σε λάθος φρενάρισμα.
Στην ουσία:
Αυτή η ομάδα εδώ πέρα ζούσε μέσα στους ανθρώπους. Έπινε μπίρες μαζί τους, κυκλοφορούσε στους δρόμους πριν ακόμα γίνει μεγάλη, είχε φωνές γονιών και φίλων πάνω στους ώμους της κάθε φορά που έπαιζε. Η ομάδα του σήμερα ζει μέσα στους τίτλους και τις επιφυλάξεις — είναι σαν μια γιορτή όπου όλοι ξέρουν πως έχει αρχίσει πριν ακόμα καθίσουνε στο τραπέζι.
Όχι πως το δεύτερο είναι λάθος. Απλώς είναι διαφορετικό.
Και μην μου πείτε πως αυτό δεν έχει σημασία — γιατί εκείνες οι βραδιές που άλλαξαν τη ζωή μας έγιναν επειδή εκείνοι εκεί ήτανε δικοί μας. Κι εμείς εκείνοι.
xG > συναίσθημα.
βρε παιδιά κατέβασα την φτηνή κρητική μπίρα εκείνο το βράδυ σα δεκατριάχρονος σα να ήταν μπουκάλι σαμπάνιας αλά γινόταν ακόμα νερό! 😂🤣 θυμάμαι εγώ σαν βγήκε ο γκριφίτης εκείνος σαν σπλάχνο να ψάχνει τον ουρανό σα να έκανε το ερωτικό του ανέβομ στο ουράνιο θέατρο της ντροπής! 🍿
και μετά εκείνος ο καημένος ο Μπλέικ σηκώνει το τρόπαιο σαν να του έδινε κάποιος μεγαλοπρεπή τίτλο βασιλιά της χώρας που πουλάει ξερά σύκα και όχι πρωταθλήματα! 👑🔥 οιubi εκείνοι εκεί είχανε πέντε χρόνια προσδοκίας καταγραμμένα σα cookies στο browser της ιστορίας!
ωραία, συνεχίστε; αυτοί οι φωτογραφίες τελικά έγιναν μάρμαρο στους τοίχους των σπιτιών μας τώρα κι εμείς σα χαζούληδες βλέπουμε τον ουρανό ψάχνοντας εκείνο το αστέρι ξανά και ξανά σαν κινηματογραφικές ταινίες! 🌟💫
γι' αυτό είμαι εδώ 🍺⚡
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿